Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Αλλάζει πράγματι κάτι στην Ευρώπη; - του Τάσου Παππά



Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για το τι φταίει για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη.
Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι η λιτότητα στρέφει τον εξαθλιωμένο κόσμο στην ακροδεξιά.
Κατά την γνώμη μου αυτό είναι πολύ υποτιμητικό για τους λαούς και δεν θέλω να πιστέψω ότι η εξαθλίωση μετατρέπει τον κόσμο σε φασίστα.
Υπάρχουν όμως κάποια στοιχεία που μπορούν να ερμηνεύουν καλύτερα την άνοδο της ακροδεξιάς.

  1. Η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής από την κεντροδεξιά
  2. Η σύμπλευση των σοσιαλδημοκρατών με την κεντροδεξιά
  3. Η εσωστρέφεια και ο αναχωρητισμός της αριστεράς


Πολλοί κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για συμβιβασμούς αλλά σκεφτείτε αν δεν υπήρχε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012 που θα ήταν η ΧΑ...και μην μου πείτε ότι ο κόσμος θα ψήφιζε ΑΝΤΑΡΣΥΑ η ΚΚΕ
Στην Ελλάδα το 2012 είχαμε την υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής από την ΝΔ αλλά και την σύμπλευση του ΠΑΣΟΚ με την ΝΔ και αν δεν υπήρχε η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ πολύ φοβάμαι ότι αξιωματική αντιπολίτευση θα είχαμε τους ναζί.




Τάσος Παππάς στην Εφημερίδα των Συντακτών


Ενα από τα βασικά λάθη που διαπράττουν οι ηγέτες, όταν νιώθουν στριμωγμένοι και αναζητούν απεγνωσμένα μια ελπίδα για να πιαστούν ώστε να πάρουν ανάσες και κουράγιο, είναι να μπερδεύουν την επιθυμία τους με την πραγματικότητα.

Ανθρώπινο. Το έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει.

Το επικίνδυνο είναι να τους γίνει έμμονη ιδέα και να συνεχίσουν να πορεύονται όχι με βάση αυτό που υπάρχει αλλά με βάση αυτό που νομίζουν ότι υπάρχει.

Είναι η περίπτωση του ακραίου βολονταρισμού που στις περισσότερες περιπτώσεις σπάει τα μούτρα του μόλις έρχεται σε επαφή με τη ζωή, γιατί πιστεύει ότι τα πάντα μπορούν ν' αλλάξουν αρκεί να το θέλεις.

Αδιαφορεί για το τυχαίο, υποτιμά τον αντίπαλο και τους γενικότερους συσχετισμούς, δεν παίρνει υπόψη του τους καταναγκασμούς της συγκυρίας, τις εδραιωμένες αδράνειες, τη δύναμη της συνήθειας.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα ακραίου βολονταρισμού ήταν αυτό της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. Θεώρησε ότι το δίκιο της ελληνικής υπόθεσης (ανθρωπιστική κρίση, οικονομική καταστροφή), η αποτυχία των μνημονίων (τα στοιχεία συντριπτικά), η απουσία εναλλακτικής λύσης στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση των κομμάτων του συναινετικού δικομματισμού, η συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και κυρίως η ετυμηγορία των πολιτών ήταν ισχυρότερα όπλα από τα συμφέροντα των πιστωτών και τις επιδιώξεις των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων ελίτ.

Διαπίστωσε, με σχετική καθυστέρηση και αφού χρειάστηκε να πληρώσει βαρύ τίμημα, ότι στη σημερινή Ευρώπη η δημοκρατία και η αλληλεγγύη είναι ελαστικές αξίες και παίρνουν το περιεχόμενο που τους δίνουν οι ισχυροί και ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής ανάκαμψης η κοινωνική συναίνεση.

Το τελευταίο διάστημα και με αφορμή τον σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης στην Πορτογαλία και την ενίσχυση των ριζοσπαστικών δυνάμεων στην Ισπανία, ο Αλέξης Τσίπρας εκτιμά ότι η κατάσταση στην ευρωζώνη αρχίζει ν' αλλάζει.

Εχει βάση η πρόβλεψή του ή έχουμε να κάνουμε με μία νέα αυταπάτη; Οι ενδείξεις συνηγορούν υπέρ της ερμηνευτικής εκδοχής του πρωθυπουργού.

Πράγματι, στην Πορτογαλία έγινε αυτό που απεύχονταν και έκαναν τα πάντα για να το αποτρέψουν το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες. Προέκυψε μια κυβέρνηση που έχει βασικό στόχο τον τερματισμό της λιτότητας, ενώ βάζει στην ατζέντα της το θέμα του χρέους.

Πράγματι, στην Ισπανία η Δεξιά υποχώρησε σημαντικά, δεν μπορεί να βρει πρόθυμο εταίρο για να συγκροτήσει κυβέρνηση συνεργασίας και το αδελφό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, οι Podemos, παίζει πια κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα.

Στην Ιταλία, ο κεντροαριστερός Ρέντσι, σιωπηλός παρατηρητής την περίοδο που η ελληνική κυβέρνηση εκβιαζόταν από τους θεσμούς, δείχνει σημάδια αυτονόμησης από τη Γερμανία.

Επιτίθεται στην ηγεσία της κατηγορώντας την για υποκρισία σ' ό,τι αφορά το προσφυγικό και για μεροληψία στα οικονομικά ζητήματα. Αυτά στον Νότο της Ευρώπης. Ενθαρρυντικά μηνύματα όμως έρχονται και από άλλες χώρες.

Ο Τζέρεμι Κόρμπιν, στην Αγγλία, προσπαθεί να μετακινήσει τους Εργατικούς από τον αναιδή νεοφιλελεύθερο μπλερισμό στις αξίες της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, θέτοντας ξανά στον δημόσιο διάλογο θέματα που οι προηγούμενες ηγεσίες του κόμματος είχαν εξορίσει ως παλιομοδίτικα και αντιπαραγωγικά, όπως είναι το κοινωνικό κράτος, η φορολόγηση του πλούτου, η προστασία της εργασίας, ο δημόσιος έλεγχος στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.

Ο αρχηγός του SPD, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, αφού περιόδευσε για καιρό με την ιδιότητα του κομπάρσου στην επικράτεια του νεοφιλελευθερισμού και πρωταγωνίστησε στον αγώνα κατά της «εν μέρει κομμουνιστικής ελληνικής κυβέρνησης», τρόμαξε με την πρωτιά της Λεπέν στη Γαλλία και χρέωσε την ευθύνη γι' αυτήν την εξέλιξη στη συνταγή της λιτότητας που έχει επιβάλει η Μέρκελ στην Ευρώπη.

Στο ίδιο αιρετικό μήκος κύματος και ο έτερος Γερμανός σοσιαλδημοκράτης, πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος στην προηγούμενη φάση είχε αναλάβει για λογαριασμό της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας να συνετίσει τους ατίθασους και εξτρεμιστές συριζαίους, τώρα είδε το φως το αληθινό, ασκεί κριτική στον Σόιμπλε και δέχεται την πρόταση Τσίπρα για εμπλοκή του Ευρωκοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις.

Οι Γάλλοι σοσιαλιστές μετά το πατατράκ που υπέστησαν στις περιφερειακές εκλογές και θορυβημένοι από την πρωτοκαθεδρία της άκρας Δεξιάς ζήτησαν από την κυβέρνησή τους να προωθήσει μέτρα που θα ανακουφίζουν τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα.

Αυτό που φαίνεται από τα παραπάνω είναι ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, βλέποντας προφανώς και την τύχη που έχουν τα περισσότερα κόμματά της (καθηλωμένο το πορτογαλικό, συρρικνωμένο το ισπανικό, προβληματικό το ιταλικό, από ήττα σε ήττα το γαλλικό, στη σκιά της χριστιανοδημοκρατίας το γερμανικό, απαξιωμένο το ελληνικό) και επειδή φοβάται ότι θα χάσει οριστικά τη μάχη στην περιοχή της Αριστεράς από τους διάφορους ΣΥΡΙΖΑ που θα ξεπηδούν για να καλύψουν το τεράστιο κενό που αφήνει, έχει αρχίσει να επανεξετάζει τη στάση της σ' ό,τι αφορά την ιερότητα των συνθηκών, την αποτελεσματικότητα του συμφώνου σταθερότητας, τη στρατηγική της λιτότητας και τη συμμετοχή της σε κυβερνήσεις με τη Δεξιά.

Ας περιμένουμε, όμως, γιατί η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία μάς έχει συνηθίσει σε δυσάρεστες εκπλήξεις.