Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ




ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ


Στα Χρόνια της Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών: Τι γίνεται ‘δω, ρε παιδιά; λέω στα φαντάρια του φυλακίου. Απαγορεύεται, μου λέει ο μοχθηρός δεκανέας φτύνοντας στο χώμα. Τι απαγορεύεται, ρε παιδιά, δεν είν’ Ελλάς εδώ; Κοίτα, μάγκα, στρίβε και μη μου κάνεις εμένα τον πονηρό, να πούμε!

Κι έστριψα, που λες, διότι μου φάνηκε πως δεν αστειευόταν καθόλου. Κι έμεινα με την απορία: σύνορα μέσα στα σύνορα; Κάτι δεν πάει καλά.



Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 83/10.11.2001

 

ΡΟΚΟ Ο ΑΝΑΔΕΛΦΟΣ

Στρατόπεδο πεζικού, Κιλκίς, πριν  από κοντά σαράντα χρόνια.  Πώς σε λένε, "σειρά"; Κώστα, εσένα; Ρόκο! Κι από πού βγαίνει αυτό το Ρόκο, ρε σειρά; Τι από πού; έτσι με λέγανε πάντα. Περίεργο, δεν έχω ξανακούσει τέτοιο ελληνικό όνομα! Δεν είναι ελληνικό, μουσουλμανικό είναι! Είσαι ο πρώτος Έλληνας μουσουλμάνος που γνωρίζω, Ρόκο. Δεν είμαι Έλληνας, Πομάκος είμαι. Και τι θα πει Πομάκος, ρε σειρά; Θα πει πως... πώς να στο πω;... θα πει κάτι σαν Τούρκος. Και γιατί σε ρίξανε στα καζάνια, μαζί μου; Ξέρω ‘γω;.. γιατί λένε πως είμαι Τούρκος. Εσένα; Εμένα... γιατί είμαι χαρακτηρισμένος «Γάμα», γι αυτό. Γέλασε πονηρά γιατί δεν ήξερε παρά μια μόνο έννοια του «γάμα». Α, είσαι πολύ!... κι έκανε τη γνωστή χειρονομία με τον τεντωμένο παράμεσο του δεξιού του χεριού.  Όχι, ρε, χαρακτηρισμός Γάμα θα πει ότι είμαι πολύ επικίνδυνος για το Πολίτευμα. Ρε, σειρά, μήπως είσαι κουμμουνιστής; Ποιος, εγώ;

Θεωρούμενοι ως διακεκριμένα μιάσματα, μας κράτησαν σε μια σχετική απομόνωση από το εθνικώς ανεπίληπτο σώμα της μονάδας, καθώς επίσης  και από τα όσα άλλα μιάσματα σαν και μας, αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να οργανώσουμε όλοι μαζί καμιά συνωμοσία για να  ρίξουμε την Πατρίδα στα νύχια του ειδεχθούς κομμουνισμού ή στη μέγγενη του Τούρκου εχθρού.

Και περάσαμε ζωή και κότα με το Ρόκο, στα καζάνια, στη φασίνα και στις καλλιόπες, γλυτώνοντας έτσι κι από τις πολλές ψυχοβγαλτικές πορείες, καθώς και από τα «Εν, δυο, μαρς, Σόφια, Σόφια είναι τ’ όνειρό μας!..» 

Μαθαίναμε τη ζωή με το δικό μας τρόπο όντας προερχόμενοι από δυο τελείως διαφορετικούς κόσμους. Εγώ του μίλαγα για τη Νικολέτα, την τότε αγαπημένη μου,  κι αυτός για την Αϊσά, την αρραβωνιάρα του, μέχρι που...

Παίρνω μετάθεση αδερφέ, μου λέει. Για πού, ρε Ρόκο; Για Κομοτηνή, αδερφέ, και πρέπει να σου πω κάτι... Τι έπαθες, ρε Ρόκο, κλαις; Πρέπει να σου πω, καρντάς,  πως όλο αυτό τον καιρό με ζορίσανε πολύ για να τους μαρτυρήσω τι λέμε όταν είμαστε μόνοι μας στα καζάνια, αλλά εγώ δε μάσησα, μασά η κατσίκα ταραμά, ρε σειρά; δεν τους είπα τίποτα, να πούμε, με πιστεύεις, έτσι; Σε πιστεύω, αδερφέ. Και φιληθήκαμε. Άντε και «καλή κοινωνία» ρε! Εξηνταδύο και μία, μείνανε!

Η ΜΠΑΡΑ

Στα χρόνια της Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, τότε που, εκτός των άλλων, φιλοτεχνούσα τις επαρχιακές οδικές αρτηρίες με συνθήματα κατά του πουλιού της Χούντας των Συνταγματαρχών (καμία σχέση με τα σημερινά γκράφιτι) έκοψα δεξιά σ’ έναν χωματόδρομο που οδηγούσε στα Πομακοχώρια. Και βρέθηκα μπροστά σε μια κατεβασμένη σιδερένια μπάρα. Τι γίνεται ‘δω, ρε παιδιά; λέω στα φαντάρια του φυλακίου. Απαγορεύεται, μου λέει ο μοχθηρός δεκανέας φτύνοντας στο χώμα. Τι απαγορεύεται, ρε παιδιά, δεν είναι Ελλάς εδώ; Στρίβε μάγκα και μην μου κάνεις εμένα τον πονηρό, να πούμε! Κι έστριψα, που λες, διότι μου φάνηκε πως δεν αστειευόταν καθόλου. Άσε που είχα και κάτι κόκκινα σπρέι μέσα στ’ αμάξι!

Περί το ‘Ενενηντακάτι ξαναπήγα. Δεν είχα πια τα κόκκινα σπρέι στ’ αυτοκίνητο. Αντ’ αυτών είχα την Ισαβέλλα και τον Ορέστη. Και η μπάρα ήταν ακόμη εκεί. Και οι φαντάροι, το ίδιο (όχι οι ίδιοι, φυσικά). Ψάχνω για έναν παλιόφιλο, λέω στο δεκανέα. Χρειάζεται άδεια από την Αστυνομική Διεύθυνση Ξάνθης, μου απαντά. Καλά, και οι Πομάκοι πώς κατεβαίνουν στην Ξάνθη, χρειάζονται διαβατήριο; Δεν απάντησε (τού ’βαλα δύσκολα!)

Η μπάρα υπήρχε και το Δεκέμβρη του ‘Ενενήντα πέντε.  Αλλά χωρίς  ένοπλους φαντάρους στο φυλάκιο. Μπαίνουμε σαν στο σπίτι μας και τραβάμε γραμμή για Εχίνο. Κι όταν τον βλέπουμε από μακριά, καλά ε δε σου λέω τίποτα, τεφαρίκι! Δίπατα, τρίπατα σπίτια με κεραμίδι, καμινάδες, μιναρέδες καρφωμένοι σαν οδοντογλυφίδες πάνω στα τζαμιά και... δορυφορικά πιάτα! Όλα στραμμένα κατά Τουρκία μεριά. Απ ό,τι βλέπω, Ισαβέλλα, μας έχουν ετοιμάσει και επίσημη υποδοχή. Πλησιάζουμε προς το πομάκικο πλήθος, το κατανεμημένο  ένθεν κακείθεν του κεντρικού δρόμου που μπάζει στο κεφαλοχώρι. Φορούν τις επίσημες τοπικές φορεσιές τους, μόλις βγαλμένες απ το μπαούλο, και ανεμίζουν τα χάρτινα γαλανόλευκα σημαιάκια των παρελάσεων. Και πάνω που νόμισα πως θ’ αρχίσει να παιανίζει και κάποια μπάντα προς τιμήν μας, κάποιοι βλοσυροί μπάτσοι εποχούμενοι, σε Χάρλεϊ Ντέιβιντσον μεγάλου κυβισμού (αν θυμάμαι καλά), μας κάνουν νευρικά σήματα να προσπεράσουμε γρήγορα. Άσε που κανείς Πομάκος δεν μας χειροκρότησε.

Στο καφενείο, ένας γαλανομάτης γέροντας, με καλυμμένη την κεφαλή από έναν  λευκό πλεχτό σκούφο, ευλογημένο, λέει, από κάποιον ιμάμη στη Μέκκα, μας πληροφορεί, φανερά ενοχλημένος, πως όπου νά’ ναι καταφθάνει ο Πρόεδρος της (Ελληνικής) Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος. Από τη στάση του δεν μου αφήνει καμιά αμφιβολία για το ότι θα προτιμούσε να καταφθάνει ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Σέβομαι τα λίγα άσπρα  μαλλιά που φύονται κάτω από το σκούφο του και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Πάντως, νομίζω πως ο Στεφανόπουλος είναι ο πρώτος, Πρώτος τη Τάξη, πολιτικός που επισκέπτεται τα Πομακοχώρια. Και απ αυτή τη στιγμή αποφάσισα πως τον συμπαθώ. Τέλος το «ειδικό καθεστώς» και η απομόνωση των Πομάκων. Τέρμα και οι μπάρες με τους μοχθηρούς δεκανείς και τα ψαρωμένα στραβάδια που το παίζουν ακρίτες σε εντός συνόρων υποσύνορα.


Πάντως, ο κύριος Μεχμέτ, με τον αγιασμένο στη Μέκκα  σκούφο του, δεν μου επιτρέπει να πληρώσω τους καφέδες και τη βανίλια-υποβρύχιο που έφαγε η Ισαβέλλα, και δεν ξέρει κανέναν Ρόκο στα Πομακοχώρια, και μάλιστα στην ηλικία μου. Ο μόνος Ρόκο που θυμάται, λέει, ήταν κάποιος που έκλεψε μια Πομάκα και τό  ‘σκασαν κατά Γερμανία μεριά. Μήπως θυμάσαι τ’ όνομα αυτής της γυναίκας, Μεχμέτ εφέντη; Ναι, αμέ, Αϊσά!

Ο ΧΑΜΑΛΗΣ

Ο Πάρις, διαβάζοντας στο Γεώ το τι «διημείφθη» στον  Πόρο (βλέπε Πόρος | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν ), μεταξύ εμού του ιδίου και του «ανιψιού» μου, σχετικά με τον Δημοσθένη τον Αθηναίο και τους Μακεδόνες του Φιλίππου, έγινε Τούρκος. Βροχή τα τηλεφωνήματα, Θεσσαλονίκη - Αθήνα και τούμπαλιν.

- Κι αν θες να ξέρεις, ρε Λούστρο (ο Λούστρος είμαι εγώ) ο Δημοσθένης ήτανε τσιράκι των Περσών, κι εκτός αυτού πήρε το μερίδιο της προδοσίας του απ το θησαυρό των Μακεδόνων που άρπαξε ο Άρπαλος!

- Χαμάλη (ο Χαμάλης είναι αυτός) είσαι ανιστόρητος, πρώτον γιατί αυτό που λες δεν αποδείχτηκε ποτέ και άρα ανήκει στη βρώμικη προπαγάνδα των Μακεδόνων και, δεύτερον, ο θησαυρός αυτός δεν ήταν παρά ο καρπός της ιμπεριαλιστικής λαφυραγώγησης που έκανε ο Αλέξανδρος και τα λεφούσια του στους λαούς της Ανατολής!...

Η κόντρα αυτή με τον Πάρι, η σχετική με τους Αθηναίους και τους Μακεδόνες, διαρκεί κοντά σαράντα χρόνια, από τον καιρό, δηλαδή, που υπηρετούσαμε μαζί στο στρατόπεδο Εμμανουήλ Παπά, στις Σέρρες. Στις Σέρρες όπου,  όταν βάζανε το λόχο μας να τραγουδά το μαρς «έχω μια ‘δερφή, κουκλίτσ’ αληθινή, τη λένε Βόρεια Ήπειρο, την αγαπώ πολύυυυυ!», εμείς υποτονθορύζαμε το «ήταν πρωί τ’ Αυγούστου, κοντά στη ροδαυγή» του μεγάλου Μίκη. Μέχρι που μας πήρανε χαμπάρι κι έγινε της Πόπης. Έτσι κατέληξα στο Κιλκίς, στα καζάνια και στις καλλιόπες, κι έτσι γνώρισα τον Ρόκο τον ανάδελφο.

Χαμάλη, πάω για φωτογράφηση στα πομακοχώρια, του λέω απ’ το τηλέφωνο, είσαι; Μέσα! μου απαντά, γιατί αν σ’ αφήσω μόνο σου θα μου τους βγάλεις Τουρκόσπορους! Παράτησε το κεραμικό του ημιτελές, όπως έκανε και τότε που τον ξεσήκωσα να πάμε στο Καράντερε και, ραντεβού στη Θεσσαλονίκη.

Μέχρι την Ξάνθη, προκειμένου ν’ αρπαχτούμε με αφορμή την (άνανδρη κατ’ εμέ) εξόντωση όλου του ανδρικού πληθυσμού της Περσέπολης από τον Αλέξανδρο, τον επιλεγόμενο Μέγα,  εξαντλήσαμε το μισό ρεπερτόριο του Θεοδωράκη και είπαμε ν’ αφήσουμε το άλλο μισό για την επιστροφή.

- Λοιπόν, Χαμάλη, έχουμε και λέμε: Οι Πομάκοι αριθμούν περί τους τριακόσιους πενήντα χιλιάδες και τα χωριά τους είναι, στην πλειοψηφία τους, από αιώνες διάσπαρτα στην ανατολική  Ροδόπη. Κι επειδή η Ροδόπη, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι σήμερα τμήμα του βουλγάρικου εδάφους, μόνο οι τριάντα πέντε χιλιάδες εκ του συνόλου των Πομάκων κατοικούν προγονόθεν σ’ ελληνικό έδαφος. Τα δε περισσότερα απ τα χωριά τους, με κεφαλοχώρι τον Εχίνο, βρίσκονται στο νομό της Ξάνθης. Συμφωνείς;

- Δεν έχω λόγο να διαφωνώ, ρε Λούστρο, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ελληνικότητά τους!

- Δεν είπα ‘γω κάτι τέτοιο.

- Δεν τό ’πες ακόμα αλλά έτσι που το πας θα μου τους βγάλεις Βούλγαρους!

- Αυτό λέγεται προκατάληψη, Χαμάλη!

Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ 

Ένας γέροντας Πομάκος μου κάνει νόημα να σταματήσω. Πού να σε πάμε, μπάρμπα; Στον Κένταυρο πάω, στο χωριό μου, αφήστε με στη στροφή και μετά θα περπατήσω ίσαμε κει. Στην αρχή ήταν επιφυλακτικός αλλά σε λίγο ξεθάρρεψε και η γλώσσα του άρχισε να λύνεται. Τώρα ναι, μου απαντά, έχουμε και σχολεία, που τα λένε μειονοτικά, και κει τα παιδιά μας μαθαίνουν τα ελληνικά και τα τούρκικα γράμματα. Πομάκικα, θες να πεις, μπάρμπα, πετιέται ο Πάρις. Ναι, αυτό θέλω να πω. Και σε ποια γλώσσα τα γράφουν; Στα ελληνικά και στ’ άλλα, τα λατινικά που λένε. Και λεξικό έχουμε, και γραμματική και τ’ άλλο με τις ιστορίες των κρατών, έχουμε. Μερικά παιδιά έχουν φτάσει μέχρι και στο Πανεπιστήμιο, δημοσιογράφοι είστε; Όχι ακριβώς, εγώ είμαι φωτογράφος κι ο φίλος μου γλύπτης. Και γιατί τον φωνάζεις «χαμάλη», αν επιτρέπεται; Γιατί όταν δεν έχει έμπνευση κουβαλάει τα γλυπτά του από τον έναν πάγκο στον άλλο. Ευτυχώς, δεν με ρώτησε τι σημαίνει «έμπνευση».

Τον αφήνουμε στο ξέφωτο που κάνει χρέη κεντρικής πλατείας του Κένταυρου, όπου και το απαραίτητο καφενείο. Σ’ αυτό το έξοχο σκηνικό με τα δίπατα και τρίπατα σπίτια και τα στενά σοκάκια, ο ήλιος δημιουργεί  εξαιρετικά κοντράστ για χάρη του φωτογραφικού μου οίστρου. Οι Πομάκοι όμως αποστρέφονται τη φωτογράφηση. Και κυρίως οι Πομάκες. Όταν ξεμυτίζει κάποια απ’ αυτές και κάνω να σηκώσω  το φακό, μ’ έχει ήδη αντιληφθεί κι έτσι δεν βλέπω παρά την πλάτη της. Ή την άκρη τού μέχρι τους αστράγαλους φουστανιού της καθώς στρίβει στη γωνία.

Είναι μάλλον θρησκευτικό το ζήτημα, μου λέει ο Πάρις και, πάνω ‘κει, ποιος είσαι συ; μου φωνάζει σε τόνο προδήλως επιθετικό κάποιος από την παρέα που κάθεται στο τραπεζάκι, έξω απ τον καφενέ. Εγώ είμαι κάποιος Κώστας, του απαντώ, εσύ ποιος είσαι; Κάτι άλλο θα περίμενε ν’ ακούσει και προς στιγμή τα χάνει. Να μη σε νοιάζει ποιος είμαι ‘γω! γιατί τραβάς φωτογραφίες; Για τον ίδιο λόγο που εσύ παίζεις τάβλι, τι πρόβλημα έχεις; Στο χωριό μας απαγορεύεται να τραβάς! Στη χώρα μου πάντως επιτρέπεται, ή μήπως βγήκα έξω απ τα σύνορα της και δεν τό ‘χω καταλάβει; του την πέφτει ζοχαδιασμένος ο Πάρις ο οποίος είναι, εν γένει, υποδειγματική περίπτωση ευγένειας και πραότητας (εκτός από τις περιπτώσεις που αμφισβητώ τα κίνητρα που ώθησαν τον Φίλιππο και, στη συνέχεια, το χαϊδεμένο βλαστάρι της Ολυμπιάδας στο να...).


Το περί ού ο λόγος περιστατικό, πάντως, είναι απ αυτά που συνηθίζουμε να θεωρούμε μεμονωμένα αφού, την ίδια στιγμή, κάποιοι απ την παρέα του ψευτόμαγκα μας έκαναν νοήματα που αποκωδικοποιημένα σημαίνουν: μην του δίνετε σημασία του μαλάκα, τά ‘χει κοπανήσει.   

ΣΤΟΝ ΕΧΙΝΟ

Μύκη, Κύκνος και Ωραίον. Ονόματα χωριών που, δεν γίνεται, πρέπει να τα δούμε. Χτισμένα στ’ απότομα πρανή της Ροδόπης κι άλλοτε δίπλα σε ζωοδότρες ρεματιές. Φτελιές και βελανιδιές είναι τα πολύτιμα στολίδια κι η ανασαιμιά τους. Αναρίθμητα στενόχωρα καπνοχώραφα χαραγμένα οπουδήποτε κι άλλα, λιγότερα αυτά, για την πατάτα και το καλαμπόκι. Αίγες νευρικές χωρίς ίχνος ιλίγγου ν’ ακροπατούν στα κατσάβραχα.   Τώρα, μια ολοκαίνουργια άσφαλτος μάς πάει παντού.

Κι ακόμα, δεν είναι ψευδαίσθηση, τα πομακοχώρια είναι απείρως καθαρότερα απ’ όσο στο κοντινό παρελθόν. Διότι, πέρα από το, τοις πάση γνωστό, πάθος μου για τους χωματόδρομους, οφείλω να παραδεχτώ πως η άσφαλτος έδωσε τη δυνατότητα και στην αποκομιδή. Όπερ σημαίνει πως οι σκουπιδόλοφοι του κοντινού παρελθόντος δεν συνιστούσαν πολιτισμικό χόμπυ των Πομάκων, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι κακοήθεις. Αρκετά από τα παλιά ετοιμόρροπα σπίτια έχουν αναστηλωθεί χωρίς να διαταράξουν την αισθητική της πατροπαράδοτης αρχιτεκτονικής. Είναι και κάτι άλλα όμως, καινούργια, άσ’ τα να πάνε! μπετόν και πλαστικούρα του κερατά! Είναι αισθητό πάντως πως οι Πομάκοι κάνουν τα πρώτα τους ανοίγματα προς την πολιτειακή ενσωμάτωση διατηρώντας, σχεδόν στο ακέραιο, τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Και μ’ αρέσει αυτό αφού η πολυπολιτισμικότητα, ανοιχτός ανθώνας της Γης, είναι αυτό ακριβώς που την ομορφαίνει.  

Ολισθαίνοντας από την κουβέντα περί πολιτισμικής προκατάληψης ορισμένων ανεγκέφαλων συνελλήνων μας απέναντι στους Πομάκους, ο Πάρις φτάνει στο...

- Λοιπόν, Λούστρο, πρέπει να ξέρεις πως αυτοί που βγήκαν μετά βαΐων και κλάδων για να υποδεχτούν τον Μεγαλέξανδρο στην Περσέπολη δεν ήταν Πέρσες, όπως ισχυρίζεσαι, αλλά Μακεδόνες αιχμάλωτοι των Περσών, τραυματίες, ακρωτηριασμένοι, τυφλωμένοι και τέτοια. Αυτά είδε ο Αλέξανδρος και τα πήρε στο κρανίο.

- Κι ήταν λόγος αυτός, ρε Χαμάλη, να ξεπαστρέψει όλο τον ανδρικό πληθυσμό, ν’ αρπάξει το θησαυρό τους και να κάψει το παλάτι τους;

- Αυτά τα γράφει ο Ντρόϋζεν, Λούστρο, και δεν ξέρω κατά πόσο είναι αξιόπιστος.

- Αν θες να μάθεις, του λέω, ο Ντρόϋζεν στηρίχτηκε κυρίως στον Αρριανό.

- ‘Ντάξει, δεν επιδοκιμάζω την ομαδική σφαγή αλλά, έλα στη θέση του Αλέξανδρου!

- Μα τι λες τώρα, είναι σα να μου ζητάς να σκεφτώ σαν Μπους απέναντι στους άμαχους Αφγανούς, γίνεται; δεν γίνεται!  

- Αυτό λέγεται διαστρέβλωση της Ιστορίας μας, Λούστρο!

- Κι εγώ σου λέω πως λέγεται απόπειρα προσέγγισης του ιστορικού γίγνεσθαι χωρίς εθνοκεντρικές αγκυλώσεις, Χαμάλη!

- Διανοουμενίστικες ακροβασίες! πρόσεχε, θα σκοτώσεις τον άνθρωπο!

Ο Πομάκος που διέσχιζε εκείνη τη στιγμή το δρόμο με το βόδι του ποσώς κινδύνευε από την οδήγησή μου. Απλώς, ο κολλητός μου ήθελε λίγο χρόνο για να στοχαστεί πάνω στα επιχειρήματά μου. Με την ελπίδα να τ’ ανατρέψει.

Μέχρι τον Εχίνο μουρμούριζα το «Τι ωραία που είναι η αγάπη μου με το καθημερνό της φόρεμα» μπας και τον παρασύρω σε άλλο οίστρο αλλά δεν τα κατάφερα. Ευτυχώς που δεν μου ξανάπε για πολλοστή φορά πως «κι ο μέγας δημοκράτης, ο Περικλής, στηρίχτηκε στους δούλους για να χτίσει τον Παρθενώνα» γιατί θα τσαντιζόμουνα πολύ. Μα πάρα πολύ!

ΠΕΡΙ ΑΓΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΓΡΙΑΝΩΝ

«Εσείς μας λέτε άγριους», λέει χότζας που φέρει ένα τυλιγμένο με άσπρο μαντήλι φέσι κι ένα βλέμμα γαλάζιο σαν ασύννεφος ουρανός. Δε νομίζω πως  έχεις δίκιο σεβασμιότατε, του λέω παίρνοντας το πιο σεμνό μου,  ποτέ δεν άκουσα κάτι τέτοιο.

Καθόμαστε στο ίδιο καφενείο του Εχίνου πού ’χα καθίσει και τα Χριστούγεννα του ‘Ενενηνταπέντε. Ο λεβέντης που το διαχειρίζεται με θυμήθηκε. Ίσως να φορούσα και τότε το ίδιο καπέλο, ποιος ξέρει. Αγριάνες, εννοείς γέροντα, του λέει ο Πάρις. Ε, το ίδιο δεν είναι; Δεν είναι το ίδιο γέροντα, οι Αγριάνες ήταν μια αρχαία θρακική φυλή που συμμάχησε  με το Μεγαλέξανδρο στην εκστρατεία του για τον εκπολιτισμό της Ανατολής. Ήταν σπουδαίοι ακοντιστές, ψηλοί, ξανθοί κι ωραίοι, σαν και σας τους Πομάκους.

Πάλι στον Αλέξανδρο, το γυρίζει, επωφελούμενος από το γεγονός ότι δεν θα του την πέσω μπροστά στον μπάρμπα, για να προωθήσει τη μακεδονοκεντρική άποψή του. Χώρια τα παραμύθια περί ψηλών και ξανθών Αγριάνων που βγάζει από το κεφάλι του για να ενισχύσει τη γονιδιακή εκδοχή της συγγένειας των Πομάκων με τους Αγριάνες. Να του πω τώρα πως οι Πομάκοι είναι τουρκογενείς για να του τη σπάσω;

Τι καπνό φουμάρεις; με ρωτά ο γαλανομάτης χότζας δείχνοντας το τσιμπούκι μου. Είναι ένα χαρμάνι από δυο-τρεις που δεν στους ονοματίζω για να μην εκληφθεί ως γκρίζα διαφήμιση, του λέω. Να, πάρε απ τον δικό μας, τον πομάκικο, είναι «μπασμάς», ο καλύτερος! Και μου δίνει το σακούλι του. Ευχαριστώ, σεβασμιότατε, θα πάρω μια γέμιση για δοκιμή. Σιγά μην πω όχι σ’ έναν τόσο σπάνιο καπνό! Φόρτωσα το τσιμπούκι και άναψα. Έχει δίκιο. Είναι εξαιρετικός! Πάρ’ το όλο για το δρόμο. Το πήρα. Κρίμα που δεν υπάρχει στο ελεύθερο εμπόριο!


Περιφερόμαστε στους μαχαλάδες του Εχίνου. Έχω μια σαφή και αμετάκλητη αισθητική προτίμηση στα ερείπια και στα ερειπωμένα. Δεν γουστάρω τα νεόχτιστα, ρε Χαμάλη, είναι ψυχρά, απρόσωπα και χωρίς Ιστορία. Μ’ αρέσουν οι ανθρώπων φωλιές που η ύπαρξη της μιας ζωογονεί την ύπαρξη της άλλης. Και θέλω τα πομακοχώρια να μοιάζουν με τον εαυτό τους. Κάτσε τώρα στο πεζούλι κι άνοιξε την εφημερίδα. Εγώ θά ‘μαι  μέσα στο αυτοκίνητο με το μάτι στο βιζέρ κι όταν δεις καμιά Πομάκα νά ‘ρχεται, από την πάνω γωνία, γύρισε σελίδα, για να καταλάβω. Αλλιώς δεν βλέπω πώς θα γυρίσω στην Αθήνα χωρίς ν’ απαθανατίσω έστω και μία Πομάκα. 


Μετήλθα και άλλων «αθέμιτων» μέσων, τ’ ομολογώ. Για παράδειγμα, ακούμπησα τη φωτογραφική πάνω στο τραπέζι του μαναβοκαφενέ της Σμίνθης , δίπλα στον φραπέ μου,  με το φακό στραμμένο στο «στόχο»  και το δάχτυλό στη «σκανδάλη» όσο εκείνη να συνηθίσει στην παρουσία μας και ξανααπορροφηθεί στα βελονάκια της. Σκατοεπάγγελμα!


ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Πώς να μην γράψω για την Ξάνθη έστω και λίγες λέξεις; Είναι από τις ωραιότερες ελληνικές πόλεις πού ‘χω περπατήσει. Απ αυτές που θα μπορούσα να ζήσω μόνιμα. Και μιλώ κυρίως για την παλιά πόλη. Ένα ανυπέρβλητο σκηνικό! Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, σε εποχές που δεν τις δυνάστευε το πλαστικό, το οπλισμένο σκυρόδεμα και τα κινητά αποβλακωτήρια. Μια τέλεια αρμονία δομικών μορφών, τόσο διαφορετικών και τόσο δεμένων μεταξύ τους. Δρόμοι και καλντερίμια πλακόστρωτα για μια κυκλοφορία στα μέτρα του ανθρώπου. Ναι, συνυπολογίζοντας και μερικά ανθρώπου έργα, η χώρα μου είναι όμορφη. Πολύ όμορφη!

Καλό κρασί χύμα, και μεζεκλίκια απ’ όλα. Είμαστε σ’ ένα από τα πλέον αυθεντικά ταβερνάκια της παλιάς πόλης και κατά τα φαινόμενα δεν πρόκειται να διαξιφιστούμε απόψε για την υποτιθέμενη πολιτισμική εκστρατεία του Αλέξανδρου. 

Έχουμε και λέμε: Ανοιχτόχρωμο δέρμα, ξανθοί οι περισσότεροι  και με γαλανά, συνήθως, μάτια, ίσον: Αρία, Ινδοευρωπαϊκή φυλή. Άρα, ουδεμία κοινή φυλετική καταγωγή με Σελτζούκους, και Τουρκμάνους, παμ’ παρακάτω: Οι Πομάκοι μέχρι τον δέκατο πέμπτο αιώνα ήσαν χριστιανοί. Εξισλαμίστηκαν, και μάλιστα όχι και τόσο ειρηνικά (για να μην μπούμε σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και προκαλέσουμε ψυχικά τραύματα στους φιλήσυχους γείτονές μας) ανάμεσα στον δέκατο πέμπτο και δέκατο έβδομο αιώνα. Κι όμως, οι σημερινοί Τούρκοι,  παρά τον κοσμικό χαρακτήρα του Κεμαλικού νεοτουρκικού έθνους, τους διεκδικούν στηριζόμενοι, κυρίως, αν όχι μόνο, στη θρησκεία τους. Οι θρησκείες όμως δεν είναι απαραίτητο συστατικό της εθνικής ταυτότητας ενός ατόμου ή ενός συνόλου.  Άρα, βγάλε τους Τούρκους έξω απ το λογαριασμό.

- Μισό κιλό παρακαλώ!

- Έφτασεεεε!

Παμ’ παρακάτω: Οι Βούλγαροι τους διεκδικούν ως Βούλγαρους στηριζόμενοι σε γλωσσικά χαρακτηριστικά. Κατά τη γνώμη τους, και γιατί όχι;  το εξήντα τοις εκατό της πομάκικης γλώσσας είναι σλαβογενές. E και; Μ’ αυτή τη λογική ο Μπλερ, και μάλιστα δεδομένης της αμφισβητούμενης σοβαρότητάς του, θά ‘πρεπε να  διεκδικήσει όλη τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και το μισό Καναδά.

Δεν χωρά αμφισβήτηση για το ότι η πομάκικη γλώσσα είναι αποτέλεσμα συγχώνευσης γλωσσικών στοιχείων της ελληνικής, της σλαβικής και, τελευταία, της τούρκικης. Και μάλιστα με τη χρονική σειρά που σου ανέφερα. Μέχρι πρόσφατα δεν την έγραφαν διότι δεν υπήρχε γραπτός λόγος για την απόδοση των πομάκικων  φθόγγων. Αν πρόσεξες, στις παλιές ταφόπλακες χρησιμοποιούν αραβικά στοιχεία.

- Μία γαύρους ακόμη, παρακαλώ!

- Έφτασεεε!

- Άρα;

- Άρα, ούτε η γλώσσα από μόνη έχει αποφασιστική σημασία για την εθνική ταυτότητα.

Οι Έλληνες τους διεκδικούν ισχυριζόμενοι ότι κατάγονται από την αρχαία θρακική φυλή των Αγριάνων η οποία, ως προς τη γλώσσα και τη θρησκεία της,  εξελληνίστηκε κατά την περίοδο της ίδρυσης και ανάπτυξης των ελληνικών αποικιών στις θρακικές παραλίες. Ορισμένες, μάλιστα, τοπωνυμίες, όπως «Αχριάν μαχαλεσή» ή «Αχριάν Πουρναρή», συνηγορούν υπέρ αυτής της εκδοχής. Ε, και; Ας δεχτούμε ότι οι Πομάκοι ντιενεϊκώς είναι απόγονοι των Αγριάνων, ή και των αρχαίων Μακεδόνων, αν θέλεις. Είναι όμως αυτό αποφασιστικής σημασίας για την εθνική τους ταυτότητα;

- Αν είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, Λούστρο...

- Δεν σημαίνει τίποτα, Χαμάλη. Είσαι σίγουρος για το μπαμπά σου, για τον παππού ή για τον προπάππου σου; Όχι. Κι όμως είσαι Έλλην, όπως κι εγώ, παρ’ όλο που διαθέτω φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε κείνα της καθ’ όλα συμπαθούς φυλής των Ρομά. Άρα; Άρα, η εθνική μας ταυτότητα είναι μια ρευστή έννοια που έχει να κάνει με το σύνολο των βασικών  πολιτισμικών χαρακτηριστικών μας και, κατ’ αναλογία, με την ιδιοσυγκρασία και τον ψυχισμό μας. Δεν είναι τυχαίο το ότι δεν μπορεί να ταυτιστεί η εθνική με την κρατική οντότητα. Άρα; Άρα οι Πομάκοι, ως προς την εθνικότητά  τους,  είναι Πομάκοι και είναι συνάμα Έλληνες πολίτες με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχεις εσύ και ‘γω. Πώς λέμε Αμερικάνος ελληνικής καταγωγής;

- Νομίζω πως αυτή τη φορά δεν θα διαφωνήσουμε, Λούστρο!


- Το λογαριασμό, παρακαλώ!

- Έφτασεεε!

ΜΙΑ ΠΕΤΡΙΑ ΑΠ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Άνω, Μέσες, και Κάτω Θέρμες. Περισσότερα καινούργια κτίσματα εδώ και περισσότερα μαγαζιά. Είναι οι θερμές πηγές, ιαματικές λένε, που έλκουν κόσμο και κοσμάκη που πάσχει από αρθριτικά και δεν ξέρω τι άλλο. Έτσι κι αλλιώς δεν μας αφορά. Εδώ η πομάκικη ιδιαιτερότητα έχει εκπνεύσει. 

 Μέδουσα, Κοτάνη: μια πετριά από τα σύνορα. Το ‘Ενενηνταπέντε ήταν ένας άθλος το να φτάσω μέχρι τη Μέδουσα με το τέσσερα επί τέσσερα. Τώρα ο δρόμος μέχρι και την Κοτάνη διατρέχεται και με πατίνι.

Επιτέλους, να δυο Πομάκες που δεν κρύφτηκαν όταν μας είδαν. Ίσως γιατί η Μέδουσα μοιάζει παντέρμη από ανθρώπινα όντα και κανείς αρσενικός Πομάκος δεν μας βλέπει αυτή τη στιγμή. Ίσως γιατί ζουν μόνιμα στην Ξάνθη, έστω φορώντας το τεστεμέλ, το άσπρο μαντήλι με τα μπρούτζινα «φλουριά» που καλύπτει την κεφαλή. Εδώ, λέει η μια δείχνοντας ένα υπέροχο ερείπιο, ήταν το σχολείο μας. Και τα παιδιά μας εδώ έβγαλαν το Δημοτικό. Τώρα ρήμαξε κι αυτό γιατί όλοι σχεδόν οι Μεδουσιώτες έχουμε κατέβει στην Ξάνθη. Εκείνο εκεί που βλέπετε είναι το πατρικό μας, ρημάζει όμως κι αυτό σιγά σιγά.

- Να μην το πουλήσετε, κορίτσια, να το αναστηλώσετε, σε λίγα χρόνια θά ’χει πολύ μεγάλη αξία. Θα γίνει ένας τουριστικός ξενώνας που θα προικίσει και τα δισέγγονά σας.

- Λέτε;  

- Πρόσεξες, Λούστρο, ότι δεν αντέδρασαν αρνητικά όταν τις αποκάλεσα «κορίτσια»;

- Εσύ, Χαμάλη, πρόσεξες ότι σ’ αυτό το σχεδόν εγκαταλειμμένο  χωριό συναντήσαμε τρεις, τουλάχιστον, ολοκαίνουργιες μπεεμβέ με γερμανικές πινακίδες; Πομάκοι στις φάμπρικες του Ντίσελντορφ! Δεν αποκλείεται κάποια απ αυτές τις μερσεντές ν’ ανήκει στο Ρόκο τον Ανάδελφο, ξέρεις για ποιον σου μιλάω ε;

- Μ’ έχεις πρήξει εδώ και σαράντα χρόνια μ’ αυτόν τον Ρόκο τον Ανάδελφο, Λούστρο! 

Κίδαρι, Διάσπαρτο, Μελίβοια, Αϊμόνι, Πάχνη. Σταματάμε μπροστά στο καφενείο που λιάζεται ένας κάποιας ηλικίας ροδομάγουλος αυτόχθων. Από πού έρχεστε; Μην τα ρωτάς, έχουμε γυρίσει σχεδόν όλα τα πομακοχώρια. Ε, τότε περάστε να πιείτε έναν καφέ να ξαποστάσετε. Περάσαμε. Και κολλήσαμε για τα καλά. Πόσο με κάνεις, δηλαδή; Εξηντάρη, του απαντώ. Βάζει τα γέλια. Έχω περάσει τα εβδομήντα. Έχω πέντε γιους, οι τέσσερις βγήκαν δάσκαλοι, ο πέμπτος δικηγόρος. Στην Ξάνθη είναι το γραφείο του, να σου δώσω και την κάρτα του... Άσ’ το κυρ Μουσταφά, στην Αθήνα έχω ένα σωρό φίλους δικηγόρους και μακάρι να μην τους ξαναχρειαστώ ποτέ. Δεν μας άφησε να πληρώσουμε τους καφέδες.

Κοτύλη, Δημάρι... Μην αγχώνεσαι, ρε Λούστρο, άραξε!


18Feb

ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ


Στα Χρόνια της Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών: Τι γίνεται ‘δω, ρε παιδιά; λέω στα φαντάρια του φυλακίου. Απαγορεύεται, μου λέει ο μοχθηρός δεκανέας φτύνοντας στο χώμα. Τι απαγορεύεται, ρε παιδιά, δεν είν’ Ελλάς εδώ; Κοίτα, μάγκα, στρίβε και μη μου κάνεις εμένα τον πονηρό, να πούμε!

Κι έστριψα, που λες, διότι μου φάνηκε πως δεν αστειευόταν καθόλου. Κι έμεινα με την απορία: σύνορα μέσα στα σύνορα; Κάτι δεν πάει καλά.



Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 83/10.11.2001

 

ΡΟΚΟ Ο ΑΝΑΔΕΛΦΟΣ

Στρατόπεδο πεζικού, Κιλκίς, πριν  από κοντά σαράντα χρόνια.  Πώς σε λένε, "σειρά"; Κώστα, εσένα; Ρόκο! Κι από πού βγαίνει αυτό το Ρόκο, ρε σειρά; Τι από πού; έτσι με λέγανε πάντα. Περίεργο, δεν έχω ξανακούσει τέτοιο ελληνικό όνομα! Δεν είναι ελληνικό, μουσουλμανικό είναι! Είσαι ο πρώτος Έλληνας μουσουλμάνος που γνωρίζω, Ρόκο. Δεν είμαι Έλληνας, Πομάκος είμαι. Και τι θα πει Πομάκος, ρε σειρά; Θα πει πως... πώς να στο πω;... θα πει κάτι σαν Τούρκος. Και γιατί σε ρίξανε στα καζάνια, μαζί μου; Ξέρω ‘γω;.. γιατί λένε πως είμαι Τούρκος. Εσένα; Εμένα... γιατί είμαι χαρακτηρισμένος «Γάμα», γι αυτό. Γέλασε πονηρά γιατί δεν ήξερε παρά μια μόνο έννοια του «γάμα». Α, είσαι πολύ!... κι έκανε τη γνωστή χειρονομία με τον τεντωμένο παράμεσο του δεξιού του χεριού.  Όχι, ρε, χαρακτηρισμός Γάμα θα πει ότι είμαι πολύ επικίνδυνος για το Πολίτευμα. Ρε, σειρά, μήπως είσαι κουμμουνιστής; Ποιος, εγώ;

Θεωρούμενοι ως διακεκριμένα μιάσματα, μας κράτησαν σε μια σχετική απομόνωση από το εθνικώς ανεπίληπτο σώμα της μονάδας, καθώς επίσης  και από τα όσα άλλα μιάσματα σαν και μας, αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να οργανώσουμε όλοι μαζί καμιά συνωμοσία για να  ρίξουμε την Πατρίδα στα νύχια του ειδεχθούς κομμουνισμού ή στη μέγγενη του Τούρκου εχθρού.

Και περάσαμε ζωή και κότα με το Ρόκο, στα καζάνια, στη φασίνα και στις καλλιόπες, γλυτώνοντας έτσι κι από τις πολλές ψυχοβγαλτικές πορείες, καθώς και από τα «Εν, δυο, μαρς, Σόφια, Σόφια είναι τ’ όνειρό μας!..» 

Μαθαίναμε τη ζωή με το δικό μας τρόπο όντας προερχόμενοι από δυο τελείως διαφορετικούς κόσμους. Εγώ του μίλαγα για τη Νικολέτα, την τότε αγαπημένη μου,  κι αυτός για την Αϊσά, την αρραβωνιάρα του, μέχρι που...

Παίρνω μετάθεση αδερφέ, μου λέει. Για πού, ρε Ρόκο; Για Κομοτηνή, αδερφέ, και πρέπει να σου πω κάτι... Τι έπαθες, ρε Ρόκο, κλαις; Πρέπει να σου πω, καρντάς,  πως όλο αυτό τον καιρό με ζορίσανε πολύ για να τους μαρτυρήσω τι λέμε όταν είμαστε μόνοι μας στα καζάνια, αλλά εγώ δε μάσησα, μασά η κατσίκα ταραμά, ρε σειρά; δεν τους είπα τίποτα, να πούμε, με πιστεύεις, έτσι; Σε πιστεύω, αδερφέ. Και φιληθήκαμε. Άντε και «καλή κοινωνία» ρε! Εξηνταδύο και μία, μείνανε!

Η ΜΠΑΡΑ

Στα χρόνια της Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, τότε που, εκτός των άλλων, φιλοτεχνούσα τις επαρχιακές οδικές αρτηρίες με συνθήματα κατά του πουλιού της Χούντας των Συνταγματαρχών (καμία σχέση με τα σημερινά γκράφιτι) έκοψα δεξιά σ’ έναν χωματόδρομο που οδηγούσε στα Πομακοχώρια. Και βρέθηκα μπροστά σε μια κατεβασμένη σιδερένια μπάρα. Τι γίνεται ‘δω, ρε παιδιά; λέω στα φαντάρια του φυλακίου. Απαγορεύεται, μου λέει ο μοχθηρός δεκανέας φτύνοντας στο χώμα. Τι απαγορεύεται, ρε παιδιά, δεν είναι Ελλάς εδώ; Στρίβε μάγκα και μην μου κάνεις εμένα τον πονηρό, να πούμε! Κι έστριψα, που λες, διότι μου φάνηκε πως δεν αστειευόταν καθόλου. Άσε που είχα και κάτι κόκκινα σπρέι μέσα στ’ αμάξι!

Περί το ‘Ενενηντακάτι ξαναπήγα. Δεν είχα πια τα κόκκινα σπρέι στ’ αυτοκίνητο. Αντ’ αυτών είχα την Ισαβέλλα και τον Ορέστη. Και η μπάρα ήταν ακόμη εκεί. Και οι φαντάροι, το ίδιο (όχι οι ίδιοι, φυσικά). Ψάχνω για έναν παλιόφιλο, λέω στο δεκανέα. Χρειάζεται άδεια από την Αστυνομική Διεύθυνση Ξάνθης, μου απαντά. Καλά, και οι Πομάκοι πώς κατεβαίνουν στην Ξάνθη, χρειάζονται διαβατήριο; Δεν απάντησε (τού ’βαλα δύσκολα!)

Η μπάρα υπήρχε και το Δεκέμβρη του ‘Ενενήντα πέντε.  Αλλά χωρίς  ένοπλους φαντάρους στο φυλάκιο. Μπαίνουμε σαν στο σπίτι μας και τραβάμε γραμμή για Εχίνο. Κι όταν τον βλέπουμε από μακριά, καλά ε δε σου λέω τίποτα, τεφαρίκι! Δίπατα, τρίπατα σπίτια με κεραμίδι, καμινάδες, μιναρέδες καρφωμένοι σαν οδοντογλυφίδες πάνω στα τζαμιά και... δορυφορικά πιάτα! Όλα στραμμένα κατά Τουρκία μεριά. Απ ό,τι βλέπω, Ισαβέλλα, μας έχουν ετοιμάσει και επίσημη υποδοχή. Πλησιάζουμε προς το πομάκικο πλήθος, το κατανεμημένο  ένθεν κακείθεν του κεντρικού δρόμου που μπάζει στο κεφαλοχώρι. Φορούν τις επίσημες τοπικές φορεσιές τους, μόλις βγαλμένες απ το μπαούλο, και ανεμίζουν τα χάρτινα γαλανόλευκα σημαιάκια των παρελάσεων. Και πάνω που νόμισα πως θ’ αρχίσει να παιανίζει και κάποια μπάντα προς τιμήν μας, κάποιοι βλοσυροί μπάτσοι εποχούμενοι, σε Χάρλεϊ Ντέιβιντσον μεγάλου κυβισμού (αν θυμάμαι καλά), μας κάνουν νευρικά σήματα να προσπεράσουμε γρήγορα. Άσε που κανείς Πομάκος δεν μας χειροκρότησε.

Στο καφενείο, ένας γαλανομάτης γέροντας, με καλυμμένη την κεφαλή από έναν  λευκό πλεχτό σκούφο, ευλογημένο, λέει, από κάποιον ιμάμη στη Μέκκα, μας πληροφορεί, φανερά ενοχλημένος, πως όπου νά’ ναι καταφθάνει ο Πρόεδρος της (Ελληνικής) Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος. Από τη στάση του δεν μου αφήνει καμιά αμφιβολία για το ότι θα προτιμούσε να καταφθάνει ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Σέβομαι τα λίγα άσπρα  μαλλιά που φύονται κάτω από το σκούφο του και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Πάντως, νομίζω πως ο Στεφανόπουλος είναι ο πρώτος, Πρώτος τη Τάξη, πολιτικός που επισκέπτεται τα Πομακοχώρια. Και απ αυτή τη στιγμή αποφάσισα πως τον συμπαθώ. Τέλος το «ειδικό καθεστώς» και η απομόνωση των Πομάκων. Τέρμα και οι μπάρες με τους μοχθηρούς δεκανείς και τα ψαρωμένα στραβάδια που το παίζουν ακρίτες σε εντός συνόρων υποσύνορα.


Πάντως, ο κύριος Μεχμέτ, με τον αγιασμένο στη Μέκκα  σκούφο του, δεν μου επιτρέπει να πληρώσω τους καφέδες και τη βανίλια-υποβρύχιο που έφαγε η Ισαβέλλα, και δεν ξέρει κανέναν Ρόκο στα Πομακοχώρια, και μάλιστα στην ηλικία μου. Ο μόνος Ρόκο που θυμάται, λέει, ήταν κάποιος που έκλεψε μια Πομάκα και τό  ‘σκασαν κατά Γερμανία μεριά. Μήπως θυμάσαι τ’ όνομα αυτής της γυναίκας, Μεχμέτ εφέντη; Ναι, αμέ, Αϊσά!

Ο ΧΑΜΑΛΗΣ

Ο Πάρις, διαβάζοντας στο Γεώ το τι «διημείφθη» στον  Πόρο (βλέπε Πόρος | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν ), μεταξύ εμού του ιδίου και του «ανιψιού» μου, σχετικά με τον Δημοσθένη τον Αθηναίο και τους Μακεδόνες του Φιλίππου, έγινε Τούρκος. Βροχή τα τηλεφωνήματα, Θεσσαλονίκη - Αθήνα και τούμπαλιν.

- Κι αν θες να ξέρεις, ρε Λούστρο (ο Λούστρος είμαι εγώ) ο Δημοσθένης ήτανε τσιράκι των Περσών, κι εκτός αυτού πήρε το μερίδιο της προδοσίας του απ το θησαυρό των Μακεδόνων που άρπαξε ο Άρπαλος!

- Χαμάλη (ο Χαμάλης είναι αυτός) είσαι ανιστόρητος, πρώτον γιατί αυτό που λες δεν αποδείχτηκε ποτέ και άρα ανήκει στη βρώμικη προπαγάνδα των Μακεδόνων και, δεύτερον, ο θησαυρός αυτός δεν ήταν παρά ο καρπός της ιμπεριαλιστικής λαφυραγώγησης που έκανε ο Αλέξανδρος και τα λεφούσια του στους λαούς της Ανατολής!...

Η κόντρα αυτή με τον Πάρι, η σχετική με τους Αθηναίους και τους Μακεδόνες, διαρκεί κοντά σαράντα χρόνια, από τον καιρό, δηλαδή, που υπηρετούσαμε μαζί στο στρατόπεδο Εμμανουήλ Παπά, στις Σέρρες. Στις Σέρρες όπου,  όταν βάζανε το λόχο μας να τραγουδά το μαρς «έχω μια ‘δερφή, κουκλίτσ’ αληθινή, τη λένε Βόρεια Ήπειρο, την αγαπώ πολύυυυυ!», εμείς υποτονθορύζαμε το «ήταν πρωί τ’ Αυγούστου, κοντά στη ροδαυγή» του μεγάλου Μίκη. Μέχρι που μας πήρανε χαμπάρι κι έγινε της Πόπης. Έτσι κατέληξα στο Κιλκίς, στα καζάνια και στις καλλιόπες, κι έτσι γνώρισα τον Ρόκο τον ανάδελφο.

Χαμάλη, πάω για φωτογράφηση στα πομακοχώρια, του λέω απ’ το τηλέφωνο, είσαι; Μέσα! μου απαντά, γιατί αν σ’ αφήσω μόνο σου θα μου τους βγάλεις Τουρκόσπορους! Παράτησε το κεραμικό του ημιτελές, όπως έκανε και τότε που τον ξεσήκωσα να πάμε στο Καράντερε και, ραντεβού στη Θεσσαλονίκη.

Μέχρι την Ξάνθη, προκειμένου ν’ αρπαχτούμε με αφορμή την (άνανδρη κατ’ εμέ) εξόντωση όλου του ανδρικού πληθυσμού της Περσέπολης από τον Αλέξανδρο, τον επιλεγόμενο Μέγα,  εξαντλήσαμε το μισό ρεπερτόριο του Θεοδωράκη και είπαμε ν’ αφήσουμε το άλλο μισό για την επιστροφή.

- Λοιπόν, Χαμάλη, έχουμε και λέμε: Οι Πομάκοι αριθμούν περί τους τριακόσιους πενήντα χιλιάδες και τα χωριά τους είναι, στην πλειοψηφία τους, από αιώνες διάσπαρτα στην ανατολική  Ροδόπη. Κι επειδή η Ροδόπη, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι σήμερα τμήμα του βουλγάρικου εδάφους, μόνο οι τριάντα πέντε χιλιάδες εκ του συνόλου των Πομάκων κατοικούν προγονόθεν σ’ ελληνικό έδαφος. Τα δε περισσότερα απ τα χωριά τους, με κεφαλοχώρι τον Εχίνο, βρίσκονται στο νομό της Ξάνθης. Συμφωνείς;

- Δεν έχω λόγο να διαφωνώ, ρε Λούστρο, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ελληνικότητά τους!

- Δεν είπα ‘γω κάτι τέτοιο.

- Δεν τό ’πες ακόμα αλλά έτσι που το πας θα μου τους βγάλεις Βούλγαρους!

- Αυτό λέγεται προκατάληψη, Χαμάλη!

Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ 

Ένας γέροντας Πομάκος μου κάνει νόημα να σταματήσω. Πού να σε πάμε, μπάρμπα; Στον Κένταυρο πάω, στο χωριό μου, αφήστε με στη στροφή και μετά θα περπατήσω ίσαμε κει. Στην αρχή ήταν επιφυλακτικός αλλά σε λίγο ξεθάρρεψε και η γλώσσα του άρχισε να λύνεται. Τώρα ναι, μου απαντά, έχουμε και σχολεία, που τα λένε μειονοτικά, και κει τα παιδιά μας μαθαίνουν τα ελληνικά και τα τούρκικα γράμματα. Πομάκικα, θες να πεις, μπάρμπα, πετιέται ο Πάρις. Ναι, αυτό θέλω να πω. Και σε ποια γλώσσα τα γράφουν; Στα ελληνικά και στ’ άλλα, τα λατινικά που λένε. Και λεξικό έχουμε, και γραμματική και τ’ άλλο με τις ιστορίες των κρατών, έχουμε. Μερικά παιδιά έχουν φτάσει μέχρι και στο Πανεπιστήμιο, δημοσιογράφοι είστε; Όχι ακριβώς, εγώ είμαι φωτογράφος κι ο φίλος μου γλύπτης. Και γιατί τον φωνάζεις «χαμάλη», αν επιτρέπεται; Γιατί όταν δεν έχει έμπνευση κουβαλάει τα γλυπτά του από τον έναν πάγκο στον άλλο. Ευτυχώς, δεν με ρώτησε τι σημαίνει «έμπνευση».

Τον αφήνουμε στο ξέφωτο που κάνει χρέη κεντρικής πλατείας του Κένταυρου, όπου και το απαραίτητο καφενείο. Σ’ αυτό το έξοχο σκηνικό με τα δίπατα και τρίπατα σπίτια και τα στενά σοκάκια, ο ήλιος δημιουργεί  εξαιρετικά κοντράστ για χάρη του φωτογραφικού μου οίστρου. Οι Πομάκοι όμως αποστρέφονται τη φωτογράφηση. Και κυρίως οι Πομάκες. Όταν ξεμυτίζει κάποια απ’ αυτές και κάνω να σηκώσω  το φακό, μ’ έχει ήδη αντιληφθεί κι έτσι δεν βλέπω παρά την πλάτη της. Ή την άκρη τού μέχρι τους αστράγαλους φουστανιού της καθώς στρίβει στη γωνία.

Είναι μάλλον θρησκευτικό το ζήτημα, μου λέει ο Πάρις και, πάνω ‘κει, ποιος είσαι συ; μου φωνάζει σε τόνο προδήλως επιθετικό κάποιος από την παρέα που κάθεται στο τραπεζάκι, έξω απ τον καφενέ. Εγώ είμαι κάποιος Κώστας, του απαντώ, εσύ ποιος είσαι; Κάτι άλλο θα περίμενε ν’ ακούσει και προς στιγμή τα χάνει. Να μη σε νοιάζει ποιος είμαι ‘γω! γιατί τραβάς φωτογραφίες; Για τον ίδιο λόγο που εσύ παίζεις τάβλι, τι πρόβλημα έχεις; Στο χωριό μας απαγορεύεται να τραβάς! Στη χώρα μου πάντως επιτρέπεται, ή μήπως βγήκα έξω απ τα σύνορα της και δεν τό ‘χω καταλάβει; του την πέφτει ζοχαδιασμένος ο Πάρις ο οποίος είναι, εν γένει, υποδειγματική περίπτωση ευγένειας και πραότητας (εκτός από τις περιπτώσεις που αμφισβητώ τα κίνητρα που ώθησαν τον Φίλιππο και, στη συνέχεια, το χαϊδεμένο βλαστάρι της Ολυμπιάδας στο να...).


Το περί ού ο λόγος περιστατικό, πάντως, είναι απ αυτά που συνηθίζουμε να θεωρούμε μεμονωμένα αφού, την ίδια στιγμή, κάποιοι απ την παρέα του ψευτόμαγκα μας έκαναν νοήματα που αποκωδικοποιημένα σημαίνουν: μην του δίνετε σημασία του μαλάκα, τά ‘χει κοπανήσει.   

ΣΤΟΝ ΕΧΙΝΟ

Μύκη, Κύκνος και Ωραίον. Ονόματα χωριών που, δεν γίνεται, πρέπει να τα δούμε. Χτισμένα στ’ απότομα πρανή της Ροδόπης κι άλλοτε δίπλα σε ζωοδότρες ρεματιές. Φτελιές και βελανιδιές είναι τα πολύτιμα στολίδια κι η ανασαιμιά τους. Αναρίθμητα στενόχωρα καπνοχώραφα χαραγμένα οπουδήποτε κι άλλα, λιγότερα αυτά, για την πατάτα και το καλαμπόκι. Αίγες νευρικές χωρίς ίχνος ιλίγγου ν’ ακροπατούν στα κατσάβραχα.   Τώρα, μια ολοκαίνουργια άσφαλτος μάς πάει παντού.

Κι ακόμα, δεν είναι ψευδαίσθηση, τα πομακοχώρια είναι απείρως καθαρότερα απ’ όσο στο κοντινό παρελθόν. Διότι, πέρα από το, τοις πάση γνωστό, πάθος μου για τους χωματόδρομους, οφείλω να παραδεχτώ πως η άσφαλτος έδωσε τη δυνατότητα και στην αποκομιδή. Όπερ σημαίνει πως οι σκουπιδόλοφοι του κοντινού παρελθόντος δεν συνιστούσαν πολιτισμικό χόμπυ των Πομάκων, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι κακοήθεις. Αρκετά από τα παλιά ετοιμόρροπα σπίτια έχουν αναστηλωθεί χωρίς να διαταράξουν την αισθητική της πατροπαράδοτης αρχιτεκτονικής. Είναι και κάτι άλλα όμως, καινούργια, άσ’ τα να πάνε! μπετόν και πλαστικούρα του κερατά! Είναι αισθητό πάντως πως οι Πομάκοι κάνουν τα πρώτα τους ανοίγματα προς την πολιτειακή ενσωμάτωση διατηρώντας, σχεδόν στο ακέραιο, τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Και μ’ αρέσει αυτό αφού η πολυπολιτισμικότητα, ανοιχτός ανθώνας της Γης, είναι αυτό ακριβώς που την ομορφαίνει.  

Ολισθαίνοντας από την κουβέντα περί πολιτισμικής προκατάληψης ορισμένων ανεγκέφαλων συνελλήνων μας απέναντι στους Πομάκους, ο Πάρις φτάνει στο...

- Λοιπόν, Λούστρο, πρέπει να ξέρεις πως αυτοί που βγήκαν μετά βαΐων και κλάδων για να υποδεχτούν τον Μεγαλέξανδρο στην Περσέπολη δεν ήταν Πέρσες, όπως ισχυρίζεσαι, αλλά Μακεδόνες αιχμάλωτοι των Περσών, τραυματίες, ακρωτηριασμένοι, τυφλωμένοι και τέτοια. Αυτά είδε ο Αλέξανδρος και τα πήρε στο κρανίο.

- Κι ήταν λόγος αυτός, ρε Χαμάλη, να ξεπαστρέψει όλο τον ανδρικό πληθυσμό, ν’ αρπάξει το θησαυρό τους και να κάψει το παλάτι τους;

- Αυτά τα γράφει ο Ντρόϋζεν, Λούστρο, και δεν ξέρω κατά πόσο είναι αξιόπιστος.

- Αν θες να μάθεις, του λέω, ο Ντρόϋζεν στηρίχτηκε κυρίως στον Αρριανό.

- ‘Ντάξει, δεν επιδοκιμάζω την ομαδική σφαγή αλλά, έλα στη θέση του Αλέξανδρου!

- Μα τι λες τώρα, είναι σα να μου ζητάς να σκεφτώ σαν Μπους απέναντι στους άμαχους Αφγανούς, γίνεται; δεν γίνεται!  

- Αυτό λέγεται διαστρέβλωση της Ιστορίας μας, Λούστρο!

- Κι εγώ σου λέω πως λέγεται απόπειρα προσέγγισης του ιστορικού γίγνεσθαι χωρίς εθνοκεντρικές αγκυλώσεις, Χαμάλη!

- Διανοουμενίστικες ακροβασίες! πρόσεχε, θα σκοτώσεις τον άνθρωπο!

Ο Πομάκος που διέσχιζε εκείνη τη στιγμή το δρόμο με το βόδι του ποσώς κινδύνευε από την οδήγησή μου. Απλώς, ο κολλητός μου ήθελε λίγο χρόνο για να στοχαστεί πάνω στα επιχειρήματά μου. Με την ελπίδα να τ’ ανατρέψει.

Μέχρι τον Εχίνο μουρμούριζα το «Τι ωραία που είναι η αγάπη μου με το καθημερνό της φόρεμα» μπας και τον παρασύρω σε άλλο οίστρο αλλά δεν τα κατάφερα. Ευτυχώς που δεν μου ξανάπε για πολλοστή φορά πως «κι ο μέγας δημοκράτης, ο Περικλής, στηρίχτηκε στους δούλους για να χτίσει τον Παρθενώνα» γιατί θα τσαντιζόμουνα πολύ. Μα πάρα πολύ!

ΠΕΡΙ ΑΓΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΓΡΙΑΝΩΝ

«Εσείς μας λέτε άγριους», λέει χότζας που φέρει ένα τυλιγμένο με άσπρο μαντήλι φέσι κι ένα βλέμμα γαλάζιο σαν ασύννεφος ουρανός. Δε νομίζω πως  έχεις δίκιο σεβασμιότατε, του λέω παίρνοντας το πιο σεμνό μου,  ποτέ δεν άκουσα κάτι τέτοιο.

Καθόμαστε στο ίδιο καφενείο του Εχίνου πού ’χα καθίσει και τα Χριστούγεννα του ‘Ενενηνταπέντε. Ο λεβέντης που το διαχειρίζεται με θυμήθηκε. Ίσως να φορούσα και τότε το ίδιο καπέλο, ποιος ξέρει. Αγριάνες, εννοείς γέροντα, του λέει ο Πάρις. Ε, το ίδιο δεν είναι; Δεν είναι το ίδιο γέροντα, οι Αγριάνες ήταν μια αρχαία θρακική φυλή που συμμάχησε  με το Μεγαλέξανδρο στην εκστρατεία του για τον εκπολιτισμό της Ανατολής. Ήταν σπουδαίοι ακοντιστές, ψηλοί, ξανθοί κι ωραίοι, σαν και σας τους Πομάκους.

Πάλι στον Αλέξανδρο, το γυρίζει, επωφελούμενος από το γεγονός ότι δεν θα του την πέσω μπροστά στον μπάρμπα, για να προωθήσει τη μακεδονοκεντρική άποψή του. Χώρια τα παραμύθια περί ψηλών και ξανθών Αγριάνων που βγάζει από το κεφάλι του για να ενισχύσει τη γονιδιακή εκδοχή της συγγένειας των Πομάκων με τους Αγριάνες. Να του πω τώρα πως οι Πομάκοι είναι τουρκογενείς για να του τη σπάσω;

Τι καπνό φουμάρεις; με ρωτά ο γαλανομάτης χότζας δείχνοντας το τσιμπούκι μου. Είναι ένα χαρμάνι από δυο-τρεις που δεν στους ονοματίζω για να μην εκληφθεί ως γκρίζα διαφήμιση, του λέω. Να, πάρε απ τον δικό μας, τον πομάκικο, είναι «μπασμάς», ο καλύτερος! Και μου δίνει το σακούλι του. Ευχαριστώ, σεβασμιότατε, θα πάρω μια γέμιση για δοκιμή. Σιγά μην πω όχι σ’ έναν τόσο σπάνιο καπνό! Φόρτωσα το τσιμπούκι και άναψα. Έχει δίκιο. Είναι εξαιρετικός! Πάρ’ το όλο για το δρόμο. Το πήρα. Κρίμα που δεν υπάρχει στο ελεύθερο εμπόριο!


Περιφερόμαστε στους μαχαλάδες του Εχίνου. Έχω μια σαφή και αμετάκλητη αισθητική προτίμηση στα ερείπια και στα ερειπωμένα. Δεν γουστάρω τα νεόχτιστα, ρε Χαμάλη, είναι ψυχρά, απρόσωπα και χωρίς Ιστορία. Μ’ αρέσουν οι ανθρώπων φωλιές που η ύπαρξη της μιας ζωογονεί την ύπαρξη της άλλης. Και θέλω τα πομακοχώρια να μοιάζουν με τον εαυτό τους. Κάτσε τώρα στο πεζούλι κι άνοιξε την εφημερίδα. Εγώ θά ‘μαι  μέσα στο αυτοκίνητο με το μάτι στο βιζέρ κι όταν δεις καμιά Πομάκα νά ‘ρχεται, από την πάνω γωνία, γύρισε σελίδα, για να καταλάβω. Αλλιώς δεν βλέπω πώς θα γυρίσω στην Αθήνα χωρίς ν’ απαθανατίσω έστω και μία Πομάκα. 


Μετήλθα και άλλων «αθέμιτων» μέσων, τ’ ομολογώ. Για παράδειγμα, ακούμπησα τη φωτογραφική πάνω στο τραπέζι του μαναβοκαφενέ της Σμίνθης , δίπλα στον φραπέ μου,  με το φακό στραμμένο στο «στόχο»  και το δάχτυλό στη «σκανδάλη» όσο εκείνη να συνηθίσει στην παρουσία μας και ξανααπορροφηθεί στα βελονάκια της. Σκατοεπάγγελμα!


ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Πώς να μην γράψω για την Ξάνθη έστω και λίγες λέξεις; Είναι από τις ωραιότερες ελληνικές πόλεις πού ‘χω περπατήσει. Απ αυτές που θα μπορούσα να ζήσω μόνιμα. Και μιλώ κυρίως για την παλιά πόλη. Ένα ανυπέρβλητο σκηνικό! Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, σε εποχές που δεν τις δυνάστευε το πλαστικό, το οπλισμένο σκυρόδεμα και τα κινητά αποβλακωτήρια. Μια τέλεια αρμονία δομικών μορφών, τόσο διαφορετικών και τόσο δεμένων μεταξύ τους. Δρόμοι και καλντερίμια πλακόστρωτα για μια κυκλοφορία στα μέτρα του ανθρώπου. Ναι, συνυπολογίζοντας και μερικά ανθρώπου έργα, η χώρα μου είναι όμορφη. Πολύ όμορφη!

Καλό κρασί χύμα, και μεζεκλίκια απ’ όλα. Είμαστε σ’ ένα από τα πλέον αυθεντικά ταβερνάκια της παλιάς πόλης και κατά τα φαινόμενα δεν πρόκειται να διαξιφιστούμε απόψε για την υποτιθέμενη πολιτισμική εκστρατεία του Αλέξανδρου. 

Έχουμε και λέμε: Ανοιχτόχρωμο δέρμα, ξανθοί οι περισσότεροι  και με γαλανά, συνήθως, μάτια, ίσον: Αρία, Ινδοευρωπαϊκή φυλή. Άρα, ουδεμία κοινή φυλετική καταγωγή με Σελτζούκους, και Τουρκμάνους, παμ’ παρακάτω: Οι Πομάκοι μέχρι τον δέκατο πέμπτο αιώνα ήσαν χριστιανοί. Εξισλαμίστηκαν, και μάλιστα όχι και τόσο ειρηνικά (για να μην μπούμε σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και προκαλέσουμε ψυχικά τραύματα στους φιλήσυχους γείτονές μας) ανάμεσα στον δέκατο πέμπτο και δέκατο έβδομο αιώνα. Κι όμως, οι σημερινοί Τούρκοι,  παρά τον κοσμικό χαρακτήρα του Κεμαλικού νεοτουρκικού έθνους, τους διεκδικούν στηριζόμενοι, κυρίως, αν όχι μόνο, στη θρησκεία τους. Οι θρησκείες όμως δεν είναι απαραίτητο συστατικό της εθνικής ταυτότητας ενός ατόμου ή ενός συνόλου.  Άρα, βγάλε τους Τούρκους έξω απ το λογαριασμό.

- Μισό κιλό παρακαλώ!

- Έφτασεεεε!

Παμ’ παρακάτω: Οι Βούλγαροι τους διεκδικούν ως Βούλγαρους στηριζόμενοι σε γλωσσικά χαρακτηριστικά. Κατά τη γνώμη τους, και γιατί όχι;  το εξήντα τοις εκατό της πομάκικης γλώσσας είναι σλαβογενές. E και; Μ’ αυτή τη λογική ο Μπλερ, και μάλιστα δεδομένης της αμφισβητούμενης σοβαρότητάς του, θά ‘πρεπε να  διεκδικήσει όλη τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και το μισό Καναδά.

Δεν χωρά αμφισβήτηση για το ότι η πομάκικη γλώσσα είναι αποτέλεσμα συγχώνευσης γλωσσικών στοιχείων της ελληνικής, της σλαβικής και, τελευταία, της τούρκικης. Και μάλιστα με τη χρονική σειρά που σου ανέφερα. Μέχρι πρόσφατα δεν την έγραφαν διότι δεν υπήρχε γραπτός λόγος για την απόδοση των πομάκικων  φθόγγων. Αν πρόσεξες, στις παλιές ταφόπλακες χρησιμοποιούν αραβικά στοιχεία.

- Μία γαύρους ακόμη, παρακαλώ!

- Έφτασεεε!

- Άρα;

- Άρα, ούτε η γλώσσα από μόνη έχει αποφασιστική σημασία για την εθνική ταυτότητα.

Οι Έλληνες τους διεκδικούν ισχυριζόμενοι ότι κατάγονται από την αρχαία θρακική φυλή των Αγριάνων η οποία, ως προς τη γλώσσα και τη θρησκεία της,  εξελληνίστηκε κατά την περίοδο της ίδρυσης και ανάπτυξης των ελληνικών αποικιών στις θρακικές παραλίες. Ορισμένες, μάλιστα, τοπωνυμίες, όπως «Αχριάν μαχαλεσή» ή «Αχριάν Πουρναρή», συνηγορούν υπέρ αυτής της εκδοχής. Ε, και; Ας δεχτούμε ότι οι Πομάκοι ντιενεϊκώς είναι απόγονοι των Αγριάνων, ή και των αρχαίων Μακεδόνων, αν θέλεις. Είναι όμως αυτό αποφασιστικής σημασίας για την εθνική τους ταυτότητα;

- Αν είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, Λούστρο...

- Δεν σημαίνει τίποτα, Χαμάλη. Είσαι σίγουρος για το μπαμπά σου, για τον παππού ή για τον προπάππου σου; Όχι. Κι όμως είσαι Έλλην, όπως κι εγώ, παρ’ όλο που διαθέτω φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε κείνα της καθ’ όλα συμπαθούς φυλής των Ρομά. Άρα; Άρα, η εθνική μας ταυτότητα είναι μια ρευστή έννοια που έχει να κάνει με το σύνολο των βασικών  πολιτισμικών χαρακτηριστικών μας και, κατ’ αναλογία, με την ιδιοσυγκρασία και τον ψυχισμό μας. Δεν είναι τυχαίο το ότι δεν μπορεί να ταυτιστεί η εθνική με την κρατική οντότητα. Άρα; Άρα οι Πομάκοι, ως προς την εθνικότητά  τους,  είναι Πομάκοι και είναι συνάμα Έλληνες πολίτες με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχεις εσύ και ‘γω. Πώς λέμε Αμερικάνος ελληνικής καταγωγής;

- Νομίζω πως αυτή τη φορά δεν θα διαφωνήσουμε, Λούστρο!


- Το λογαριασμό, παρακαλώ!

- Έφτασεεε!

ΜΙΑ ΠΕΤΡΙΑ ΑΠ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Άνω, Μέσες, και Κάτω Θέρμες. Περισσότερα καινούργια κτίσματα εδώ και περισσότερα μαγαζιά. Είναι οι θερμές πηγές, ιαματικές λένε, που έλκουν κόσμο και κοσμάκη που πάσχει από αρθριτικά και δεν ξέρω τι άλλο. Έτσι κι αλλιώς δεν μας αφορά. Εδώ η πομάκικη ιδιαιτερότητα έχει εκπνεύσει. 

 Μέδουσα, Κοτάνη: μια πετριά από τα σύνορα. Το ‘Ενενηνταπέντε ήταν ένας άθλος το να φτάσω μέχρι τη Μέδουσα με το τέσσερα επί τέσσερα. Τώρα ο δρόμος μέχρι και την Κοτάνη διατρέχεται και με πατίνι.

Επιτέλους, να δυο Πομάκες που δεν κρύφτηκαν όταν μας είδαν. Ίσως γιατί η Μέδουσα μοιάζει παντέρμη από ανθρώπινα όντα και κανείς αρσενικός Πομάκος δεν μας βλέπει αυτή τη στιγμή. Ίσως γιατί ζουν μόνιμα στην Ξάνθη, έστω φορώντας το τεστεμέλ, το άσπρο μαντήλι με τα μπρούτζινα «φλουριά» που καλύπτει την κεφαλή. Εδώ, λέει η μια δείχνοντας ένα υπέροχο ερείπιο, ήταν το σχολείο μας. Και τα παιδιά μας εδώ έβγαλαν το Δημοτικό. Τώρα ρήμαξε κι αυτό γιατί όλοι σχεδόν οι Μεδουσιώτες έχουμε κατέβει στην Ξάνθη. Εκείνο εκεί που βλέπετε είναι το πατρικό μας, ρημάζει όμως κι αυτό σιγά σιγά.

- Να μην το πουλήσετε, κορίτσια, να το αναστηλώσετε, σε λίγα χρόνια θά ’χει πολύ μεγάλη αξία. Θα γίνει ένας τουριστικός ξενώνας που θα προικίσει και τα δισέγγονά σας.

- Λέτε;  

- Πρόσεξες, Λούστρο, ότι δεν αντέδρασαν αρνητικά όταν τις αποκάλεσα «κορίτσια»;

- Εσύ, Χαμάλη, πρόσεξες ότι σ’ αυτό το σχεδόν εγκαταλειμμένο  χωριό συναντήσαμε τρεις, τουλάχιστον, ολοκαίνουργιες μπεεμβέ με γερμανικές πινακίδες; Πομάκοι στις φάμπρικες του Ντίσελντορφ! Δεν αποκλείεται κάποια απ αυτές τις μερσεντές ν’ ανήκει στο Ρόκο τον Ανάδελφο, ξέρεις για ποιον σου μιλάω ε;

- Μ’ έχεις πρήξει εδώ και σαράντα χρόνια μ’ αυτόν τον Ρόκο τον Ανάδελφο, Λούστρο! 

Κίδαρι, Διάσπαρτο, Μελίβοια, Αϊμόνι, Πάχνη. Σταματάμε μπροστά στο καφενείο που λιάζεται ένας κάποιας ηλικίας ροδομάγουλος αυτόχθων. Από πού έρχεστε; Μην τα ρωτάς, έχουμε γυρίσει σχεδόν όλα τα πομακοχώρια. Ε, τότε περάστε να πιείτε έναν καφέ να ξαποστάσετε. Περάσαμε. Και κολλήσαμε για τα καλά. Πόσο με κάνεις, δηλαδή; Εξηντάρη, του απαντώ. Βάζει τα γέλια. Έχω περάσει τα εβδομήντα. Έχω πέντε γιους, οι τέσσερις βγήκαν δάσκαλοι, ο πέμπτος δικηγόρος. Στην Ξάνθη είναι το γραφείο του, να σου δώσω και την κάρτα του... Άσ’ το κυρ Μουσταφά, στην Αθήνα έχω ένα σωρό φίλους δικηγόρους και μακάρι να μην τους ξαναχρειαστώ ποτέ. Δεν μας άφησε να πληρώσουμε τους καφέδες.

Κοτύλη, Δημάρι... Μην αγχώνεσαι, ρε Λούστρο, άραξε!
http://www.zyrinis.gr/content/%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%89%CE%BD-%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%83












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου