Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Γελωτοποιός: Όταν ο Γελωτοποιός συνάντησε το Σαμαρά.

Όταν ο Γελωτοποιός συνάντησε το Σαμαρά.


Ναι! Ο Γελωτοποιός έχει βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον πρωθυπουργό. Και αυτό δεν είναι μια κατασκευασμένη είδηση ούτε φαντασιακό προϊόν.
Θα μπορούσα να σας ορκιστώ, αλλά δεν νομίζω να δίνετε πλέον μεγάλη σημασία στους όρκους. Αρκεί να δεις μια ορκωμοσία κυβέρνησης («Ορκίζομαι να τηρώ το σύνταγμα, να υπηρετώ τα συμφέροντα της χώρας μου» κλπ) για να καταλάβεις ότι ο θεός δεν τιμωρεί –όχι σ’ αυτή τη ζωή τουλάχιστον- τους αρνησίορκους.
Μπορώ, μόνο, να σας δώσω το λόγο της τιμής μου. Άλλωστε η συνάντηση για την οποία θα διαβάσετε δεν είχε κάτι το «παράξενο».
Μόνο που θα μπορούσα να έχω λυτρώσει τη χώρα!
Πριν πέντε χρόνια εργαζόμουν ως μπάρμαν σε ένα πολύ «κυριλέ» και πολύ ακριβό εστιατόριο του Πανοράματος (τα «βόρεια προάστια» της Θεσσαλονίκης, για όσους νομίζετε ότι το Πανόραμα βγάζει μόνο τρίγωνα).
Ασφάλιση και ένσημα δεν έπαιρνα, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.
Τακτικός θαμώνας του εστιατορίου ήταν ο...  Μαντέψτε...
Ποιος πολιτικός είναι χοντρός, Θεσσαλονικιός και θεωρείται ο χειρότερος υπουργός οικονομικών που έχει περάσει από την Ευρώπη;
Ακριβώς... Ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Αυτόν τον έβλεπα μόνο από μακριά και δεν τολμούσα να πλησιάσω μη φάει κατά λάθος και το χέρι μου μαζί με το σολομό.
Γενικά ερχόντουσαν πολλοί υπουργοί, βουλευτές και παρατρεχάμενοι. Αυτό το εστιατόριο θα ήταν ο παράδεισος κάθε επίδοξου βομβιστή ή γιαουρτιστή.
Ένα βράδυ, λοιπόν, καθώς γυάλιζα τα κρυστάλλινα ολντ-φάσιον ποτήρια, για τα μαλτ ουίσκι(α) που κοστίζανε πιο πολύ από το βδομαδιάτικο μου είδα να μπαίνει στο μαγαζί μια κουστωδία από «διακριτικούς» μπράβους.
(Ξέρετε πόσο «διακριτικοί» είναι αυτοί οι φουσκωμένοι: Σαν ντόπερμαν ανάμεσα σε γάτες Περσίας.)
Τους ακολουθούσε μια διαφορετική κουστωδία, από κουστουμαρισμένους υποψήφιους, οιονεί και αιώνιους βουλευτές, οι οποίοι αφήναν γλίτσα πίσω τους.
«Ποιον έχουμε σήμερα;» ρώτησα το Δημήτρη, το σερβιτόρο και φίλο.
«Στα τέτοια μου», είπε αυτός. «Βάλε μου ένα Lagavullin.» (Κάπως έτσι γράφεται. Είναι ένα υπέροχο σκωτζέζικο μαλτ.)
Κοίταξα μη μας βλέπει το αφεντικό και γέμισα το ποτήρι του Δημήτρη με το κεχριμπαρένιο ποτό.
Αλληλεγγύη στους σερβιτόρους των κυριλέ εστιατορίων!
Από την κουστωδία των γυμνοσαλιάγκων ξεχώρισε ένας διοπτροφόρος μεσήλικας, ο οποίος αντί να πάει στο τραπέζι του ήρθε προς το μπαρ.
Όταν έφτασε πιο κοντά τον γνώρισα...
Ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, αυτός που κάποτε αυτομόλησε από το μητρικό κόμμα και έφτιαξε ένα άλλο –θνησιγενές. Και μόλις είδε το κόμμα του να βγάζει μονοψήφια ποσοστά επέστρεψε θριαμβευτικά στο μητρικό.
Ήταν ο άνθρωπος που λίγα χρόνια μετά, μόλις τέσσερα, θα στήριζε την κυβέρνηση του διορισμένου πρωθυπουργού.
Ήταν ο άνθρωπος που θα γινόταν πρωθυπουργός και θα έπαιρνε τη χώρα από τα σκατά για να τη ρίξει στα απόσκατα.
Αλλά, εκείνη τη νύχτα, ήταν μόνο ένας βουλευτής -κι εγώ μόνο ένας μπάρμαν που έπρεπε να εξυπηρετήσει τον πελάτη του.
Καθώς βολευόταν στην μπάρα συνειδητοποίησα, χαμογελώντας, τι μουσική ακούγαμε. Ο ντι-τζέι δεν είχε έρθει ακόμα, έτσι είχα βάλει ένα δικό μου cd να παίζει. Όχι, δεν έπαιζε η «Ηρωική» του Μπετόβεν ούτε η «Τοκάτα και Φούγκα» του Μπαχ.
Σε εστιατόριο ήμασταν, γεμάτο «κυριλέ» ανθρώπους. Είχα διαλέξει ένα cd με έθνικ μουσική, το οποίο όμως, τη στιγμή που ο μελλοντικός ακροδεξιός πρωθυπουργός καθόταν, έπαιζε:
«Aquí se queda la clara,
la entrañable transparencia,
de tu querida presencia
Comandante Che Guevara.»
Νόμισα, προς στιγμήν, ότι ο γαλάζιος βουλευτής θα αγανακτούσε με τη μουσική, αλλά εκείνος δε φάνηκε να της δίνει σημασία. Δεν έμοιαζε καν να αντιλαμβάνεται που βρίσκεται, σαν ένα «μοντέλο με μπαταρίες», που απλώς υπάρχει και λειτουργεί χωρίς να σκέφτεται.
Καθώς τον πλησίαζα για να του πάρω παραγγελία ένιωθα να πλησιάζω το κενό. Φαινόταν τόσο ασήμαντος και μονόχνωτος, σχεδόν καταθλιπτικός, σαν άνθρωπο που έχει χάσει τη δουλειά του –και την υπόσταση του- και πηγαίνει από μπαρ σε μπαρ για να πιει.
Λένε ότι κάποιοι άνθρωποι ακτινοβολούν. Σε αυτό πιο καλά τα καταφέρνουν οι ηθοποιοί, οι οποίοι είναι μαθημένοι στην πληθωρικότητα.
Αν καθόταν εκεί ο Μάρλον Μπράντο ή ο σερ Λώρενς Ολίβιε, μάλλον θα τυφλωνόμουν.
Αν ήταν η Μέριλιν Μονρόε, θα μοίχευα (έστω με το νου).
Αν ήταν ο Κάρολος Κουν θα πλησίαζα με ευλάβεια και δέος.
Αν ήταν ο Γκάντι, θα ζητούσα συγχώρεση για όσα δεν έχω κάνει.
Αλλά, και συγχωρήστε με γι’ αυτό που θα πω, ακόμα κι αν ήταν ο Χίτλερ πιστεύω ότι θα μαγνητιζόμουν, έστω προσωρινά, από τη μαύρη του ακτινοβολία.
Ο Σαμαράς δεν είχε τίποτα! Δεν εξέπεμπε τίποτα απολύτως! Έμοιαζε σαν τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ. Ένα θαμπό μηδενικό...
Όμως ήταν πελάτης κι εγώ (κύριε Μίλγκραμ) είχα ένα νεογέννητο παιδί στο σπίτι. Έπρεπε να δουλέψω –έστω χωρίς ένσημα και ασφάλιση.
Τον πλησίασα και τον ρώτησα τι ήθελε να πιει.
Τι νομίζετε ότι πίνει ο Σαμαράς;
Ουίσκι, όπως ο Αντρέας Παπανδρέου;
(Ο οποίος, είμαι σίγουρος, θα ακτινοβολούσε πολύ περισσότερο).
Ή μήπως ρούμι με λεμόνι, όπως ο γερο-Χέμινγουεϊ στην Κούβα;
Κόκκινο κρασί, όπως ο ασήμαντος Γελωτοποιός;
Όχι. Ο νυν πρωθυπουργός με κοίταξε με τα σβησμένα μάτια του και ζήτησε: «Ένα χυμό γκρέιπ-φρουτ!»
Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας πίνει στα μπαρ γκρέιπ-φρουτ!
«Τι κακό έχει αυτό;» θα με ρωτήσετε.  «Καταρχάς μπορεί να είχε πιει πολύ την προηγούμενη και να ήθελε να έρθει λίγο στα ίσια του.»
(Αυτό το σενάριο είναι λιγότερο πιθανό από την πιθανότητα ο Σαμαράς να νοιάζεται για τους χαμηλοσυνταξιούχους και τους άνεργους αυτής της χώρας.)
«Και ο Γκάντι χυμό θα έπινε ή μπορεί σκέτο νερό», θα πείτε.
(Ας μην μπερδεύουμε τη βούρτσα με την... Αν δεν το γνωρίζετε και ο Αδόλφος δεν έπινε ποτέ. Αυτό δεν τον κάνει ισάξιο του Γκάντι.)
Δεν ξέρω γιατί μου φάνηκε τόσο περίεργο το να πίνεις γκρέιπ-φρουτ το βράδυ σε ένα μπαρ. Ίσως γιατί μου θυμίζει κάτι «κοπελίτσες» που προσέχουν τη σιλουέτα τους ολημερίς -κι ολονυχτίς.
Ίσως γιατί αυτός είναι ο ορισμός του ξενέρωτου ανθρώπου: Να πίνεις γκρέιπ-φρουτ στο μπαρ.
Θα τον προτιμούσα αν απολάμβανε ένα καλό μαλτ ουίσκι (δεν νομίζω να έχει οικονομικό πρόβλημα ο Σαμαράς) ή να έπινε μια μπύρα –διάολε.
Κάτι που να τον κάνει φυσιολογικό άνθρωπο, με πάθη και αμφιβολίες -διάολε.
Αλλά δεν νομίζω ότι ο ρομποτικός μας μονόφθαλμος έχει τέτοιες αδυναμίες... Ανθρώπινες -διάολε.
Τέλος πάντων, ήπιε το «ποτό» του αθόρυβα και έφυγε όπως ήρθε: Χωρίς να υπάρχει σχεδόν, γλιστρώντας πάνω στη γλίτσα του επερχόμενου μεγαλείου του.
Και τώρα πια, μετά από πέντε χρόνια καταστροφής, εύχομαι να είχα μια μηχανή του χρόνου. Να βρεθώ πάλι εκεί -ως μπάρμαν- και να σερβίρω το Σαμαρά...
Να του ρίξω κάτι στο χυμό του, όχι μόνο μια ροχάλα, αλλά κάτι τοξικό. Λίγο αλντρίν, λίγο αρσενικό, λίγο παραθείο, για να περάσω στην ιστορία ως τυραννοκτόνος, ως ο Γελωτοποιός-τυραννοκτόνος!
Αν και πιστεύω, για να είμαστε ειλικρινείς, ότι το καλύτερο που θα έκανα θα ήταν να τον κεράσω ένα καλό κρασί, να πιω μαζί του και να τον ρωτήσω γιατί θέλει να γίνει πρωθυπουργός, γιατί θέλει να καταστρέψει την Ελλάδα.
Δεν νομίζω να μου έδινε σημασία, αυτός δεν είναι ένας απλός αρχικελευστής (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), αυτός είναι ένα «μοντέλο με μπαταρίες, made in Harvard»... Ελαττωματικό από τη μάνα του... Προορισμένο να σπείρει την καταστροφή.
Αυτή ήταν η ιστορία της συνάντησης του Γελωτοποιού με το Σαμαρά. Επαναλαμβάνω ότι είναι αληθινή ιστορία –χωρίς καμία υπερβολή.
Έχω και μάρτυρα, το Δημήτρη –αν θυμάται τίποτα με τόσο lagavullin που κατέβασε.  

απο τα σχολια που ακολουθουν.
Καλή ιστορία η οποία αποδεικνύει περίτρανα ότι πίσω απ' τα σβησμένα μάτια του έχει χαθεί η ζωή... Είναι απλά "μοντέλο με μπαταρίες". Άψυχο, άοσμο, άχρωμο και σχετικά ακίνδυνο αν του βγάλεις την τροφοδοσία. Δε χρειάζεται αγάπη. Χρειάζεται κάποιος να τραβήξει την πρίζα.