Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Ο αγώνας για μια άλλη Ευρώπη συνεχίζεται - του Γιάννη Μυλόπουλου

                           Προφητικό το σκίτσο και είναι μόνο το πρώτο βήμα πάνω στην λεπίδα


Η εντολή που δόθηκε στις εκλογές του Ιανουαρίου στον ΣΥΡΙΖΑ ετελεύτησε τον βίο της. Η επτάμηνη σύγκρουση της ελληνικής κυβέρνησης με τον ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό παρήγαγε νέα πολιτικά δεδομένα.

Το νέο πολιτικό σκηνικό καθιστά σήμερα τις εκλογές περισσότερο από αναγκαίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι κοινωνικές δυνάμεις που συναντήθηκαν μαζί του τα τελευταία χρόνια, χρειάζονται νέα και καθαρή εντολή για τη συνέχιση του αγώνα για μια άλλη Ευρώπη...




Γιάννης Μυλόπουλος στην Εφημερίδα των Συντακτών


Στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, το πολιτικό διακύβευμα ήταν δομημένο στον άξονα μνημόνιο-αντιμνημόνιο και προέκυψε ως αποτέλεσμα της βίαιης νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης, την οποία επέβαλαν, με πρόσχημα το χρέος και με όχημα τα μνημόνια, οι δανειστές στην Ελλάδα.

Η μεταρρύθμιση που επιχειρήθηκε στη χώρα μας βρισκόταν σε απόλυτη εναρμόνιση με τις απαιτήσεις του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου και περιελάμβανε τη μονόδρομη επίρριψη των βαρών της αποπληρωμής του χρέους στους πολλούς και μη προνομιούχους, με ταυτόχρονη σκανδαλώδη απαλλαγή της οικονομικής ολιγαρχίας.

Περιελάμβανε ακόμη την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων δομών, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και την εκποίηση του δημόσιου πλούτου στα συμφέροντα, που έμμεσα ή άμεσα εκπροσωπούν οι δανειστές.

Η μεταρρύθμιση βρήκε σύμφωνες τις προσκείμενες στον νεοφιλελευθερισμό πολιτικές δυνάμεις της χώρας και συγκεκριμένα τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, που θεωρώντας το χρέος βιώσιμο, χωρίς ιδιαίτερη διαπραγμάτευση και χωρίς μεγάλες αντιρρήσεις, ανέλαβαν την πιστή εφαρμογή των μνημονίων, πιστεύοντας στην αποτελεσματικότητα των μέτρων και στην αναγκαιότητα των ρυθμίσεών τους.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, έπρεπε να πληρώσει βαρύ τίμημα για την επιστροφή της στην «κανονικότητα», που δεν θα ήταν άλλη από την πλήρη αποδοχή των όρων που της επέβαλαν οι εκπρόσωποι του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής, και ως αντίδραση στα δεινά που προκάλεσε, αναπτύχθηκε στη χώρα ένα αντιμνημονιακό μέτωπο, το οποίο με κεντρική δύναμη τον ΣΥΡΙΖΑ και ηγετική φυσιογνωμία τον Αλέξη Τσίπρα, αμφισβήτησε τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη και ξεκίνησε σταυροφορία αποδόμησής της.

Στο εσωτερικό, το αντιμνημονιακό κίνημα αμφισβήτησε τόσο τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους όσο και τις μνημονιακές συνταγές για την αποπληρωμή του, υποσχόμενο την αποκατάσταση της ανθρωπιστικής κρίσης και την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε τροχιά αυτοδύναμης ανάπτυξης.

Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιανουαρίου σηματοδότησε την έναρξη μιας σκληρής αντιπαράθεσης με τους δανειστές, που εκφράστηκε μέσω μιας μακρόχρονης και επίπονης διαπραγμάτευσης για τους όρους αποπληρωμής του ελληνικού χρέους.

Η ισορροπία δυνάμεων, όμως, στην Ευρώπη ήταν συντριπτικά δυσμενής για την ελληνική κυβέρνηση, καθώς η επιρροή της σκληροπυρηνικής Γερμανίας στους υπόλοιπους εταίρους δεν άφηνε περιθώρια υποστήριξης των ελληνικών θέσεων.

Η διαπραγμάτευση, με τις 18 χώρες της ευρωζώνης να είναι αντίθετες με τις ελληνικές προσπάθειες, κατέληξε περίπου σε τραγωδία για την Ελλάδα.

Οι ψευδαισθήσεις ότι η μικρή Ελλάδα, με μια κυβέρνηση Αριστεράς θα μπορούσε να κατισχύσει ενός συμπαγούς και πανίσχυρου νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού μπλοκ, κατέρρευσαν.

Είτε δεχθούμε ως άλλοθι τον αγνό ενθουσιασμό που γεννά η παθιασμένη υποστήριξη του δικαίου, είτε αναγνωρίσουμε ως αιτία τις ιδεοληψίες και τις αγκυλώσεις που ενυπάρχουν στους κόλπους της Αριστεράς, είτε ακόμη δεχθούμε ως αιτία την απειρία της ελληνικής κυβέρνησης, γεγονός είναι ότι το αντιμνημονιακό μπλοκ είδε να διαψεύδονται οι προσδοκίες του.

Η ελληνική πλευρά, λοιπόν, ηττήθηκε και αναγκάστηκε να αποδεχθεί ένα νέο και σκληρό μνημόνιο. Ο αγώνας που έδωσε, όμως, δεν πήγε χαμένος.

Σήμερα όχι μόνο η Ευρώπη, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος γνωρίζει το ελληνικό δράμα και αναγνωρίζει το δίκαιο των ελληνικών διεκδικήσεων.

Η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη κέρδισε τη μάχη, αλλά όχι και το παιχνίδι των εντυπώσεων. Οσο για το χρέος, για πρώτη φορά σήμερα, ακόμη και οι ακραία νεοφιλελεύθεροι θεσμοί, όπως το ΔΝΤ, αναγνωρίζουν τη μη βιωσιμότητά του.

Αλλά και το ίδιο το τρίτο μνημόνιο είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα, με πολλές από τις ελληνικές διεκδικήσεις να έχουν ενσωματωθεί πλέον σε αυτό.

Και μόνο το όφελος των 20 δισ. που προκύπτει από τα σημαντικά χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, όπως και το εμπροσθοβαρές αναπτυξιακό πακέτο που αναμένεται να ξεπαγώσει την ελληνική αγορά, είναι αρκετά για να κάνουν τη διαφορά.

Και επιπλέον, σήμερα έχουμε εκφρασμένη την ισχυρή βούληση της κυβέρνησης Τσίπρα να αντισταθμίσει τις επώδυνες συνέπειες του μνημονίου, με μέτρα κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Η ήττα, ως γνωστό, φέρνει γκρίνια και διχόνοια. Και η Αριστερά αυτό το γνωρίζει καλά.

Η ρεαλιστική, αλλά και υπεύθυνη, όσον αφορά τις τύχες του ελληνικού λαού, επιλογή της κυβέρνησης Τσίπρα να αποδεχθεί το μνημόνιο χάριν του δημόσιου συμφέροντος και της ασφάλειας της ελληνικής οικονομίας, έγινε η αιτία για τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τη διάρρηξη του αντιμνημονιακού μετώπου.

Από τη μια οι ρεαλιστές, που μετά από μια τακτική υποχώρηση επιμένουν μαχόμενοι εντός ευρωζώνης. Κι από την άλλη η σκληρή ομάδα, οι οπαδοί της ιδεολογικής καθαρότητας, στο όνομα της οποίας παραμένουν συνεπείς αλλά εκτός ευρωπαϊκού αγώνα, προτείνοντας, σαν άλλος Χότζας, τον αυτοχειριασμό ως μέθοδο τιμωρίας των αντιπάλων...

Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου άλλαξε τα πολιτικά δεδομένα και αυτό δεν αποτελεί εσωτερικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα πλέον δεν συγκρούονται δύο, αλλά τρεις πολιτικές κατευθύνσεις.

Η εντολή που δόθηκε στις εκλογές του Ιανουαρίου στον ΣΥΡΙΖΑ ετελεύτησε τον βίο της. Η επτάμηνη σύγκρουση της ελληνικής κυβέρνησης με τον ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό παρήγαγε νέα πολιτικά δεδομένα.

Το νέο πολιτικό σκηνικό καθιστά σήμερα τις εκλογές περισσότερο από αναγκαίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι κοινωνικές δυνάμεις που συναντήθηκαν μαζί του τα τελευταία χρόνια, χρειάζονται νέα και καθαρή εντολή για τη συνέχιση του αγώνα για μια άλλη Ευρώπη...


*καθηγητής, τ. πρύτανης ΑΠΘ