Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Η αλήθεια είναι απαιτητική ερωμένη. Γι’ αυτό έχει λίγους εραστές



Ο ελληνικός λαός σε αυτές τις εκλογές καλείται να επιλέξει ανάμεσα στο παλιό και το νέο.
Έχει την ευκαιρία να ξεμπερδέψει μία και καλή από τους μόνιμους πολιτικούς του προστάτες και να κάνει το μεγάλο βήμα προς την πολιτική του ενηλικίωση.
Δύο είναι οι επιλογές είτε σας αρέσει είτε όχι.

  • Η κατάσταση που βιώνουμε είναι απλή στη τραγικότητά της: Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οδήγησαν τη χώρα στο οδυνηρό σημείο που βρίσκεται.
  • Η κυβέρνηση Τσίπρα, προσπάθησε να εξασφαλίσει μια επωφελή συμφωνία και απέτυχε. Καλούμαστε να αποφασίσουμε αν θα αναθέσουμε τη διαχείριση του προβλήματος σ’ αυτούς που το δημιούργησαν, ή σ’ αυτούς που σε πρώτη φάση δεν το διαχειρίστηκαν σωστά, μέσα σε ελάχιστο όμως χρόνο, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι.
  • Ή να επιλέξουμε μια τρίτη λύση, που –ας την πούμε με το όνομά της –είναι η ρήξη. Που όποιος την επαγγέλλεται, πρέπει να παρουσιάσει αναλυτικά την πορεία προς αυτήν, τις συνέπειες και τη διέξοδό της. Με λογικές προβλέψεις, όχι με ευχολόγια.


Κώστας Αποστόλου στο TVXS


Η αλήθεια είναι απαιτητική ερωμένη. Γι’ αυτό έχει λίγους εραστές (Αλμπέρ Καμύ)


Δύο πράγματα διαψεύδονται σταθερά τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας: Οι δημοσκοπήσεις και οι πολιτικές αναλύσεις. Και οι μεν δημοσκοπήσεις έπαιξαν τον ρόλο που έπαιξαν για όσα χρόνια είχαν σχεδόν αντικαταστήσει την πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά σε κανέναν, εκτός των επαγγελματιών του κλάδου, δεν θα έλειπαν αν εξαφανίζονταν ένα πρωί.

Όσο για τις πολιτικές αναλύσεις, στο βαθμό που είναι απαραίτητες για την πρόβλεψη των καταστάσεων και τη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται τελικά με την ποιότητα της ζωής μας, μια και δεν μπορούμε πλέον να «προβλέψουμε το μέλλον», ας ρίξουμε μια ματιά στο –πρόσφατο – παρελθόν, μήπως μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις εξελίξεις.
Ίσως όλα να ξεκινούν από το γεγονός ότι, χρόνια τώρα, δεν περιγράφουμε την αλήθεια όπως είναι, αλλά όπως θα θέλαμε –ή θα μας βόλευε –να είναι.

Το πρώτο ζήτημα που αναδείχθηκε, όταν προκηρύχθηκαν οι επικείμενες εκλογές, ήταν αν αυτές οι εκλογές έπρεπε ή όχι να γίνουν. Και να τες πάλι οι δημοσκοπήσεις:
«Συμφωνείτε ή διαφωνείτε;». Ερώτημα επί ανύπαρκτου θέματος.

Η αλήθεια –όσο κι αν κανέναν δεν βολεύει να την πει με τ’ όνομά της –είναι ότι οι εκλογές γίνονται διότι η κυβέρνηση Τσίπρα έπεσε. Και όταν μία κυβέρνηση πέφτει, γίνονται εκλογές. Ή κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα. Ενίοτε δε και κανονικά πραξικοπήματα, στο παρελθόν μας έχουμε ζήσει και τα δύο είδη.

Αλλά κανείς δεν τολμά να θέσει το ερώτημα όπως το εννοεί στην πραγματικότητα: «Συμφωνείτε με τις εκλογές ή θα προτιμούσατε ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα;»
Η κυβέρνηση Τσίπρα έφερε προς ψήφιση στη Βουλή βασικές της επιλογές –που ήταν αποτέλεσμα μιας εν πολλοίς χαμένης διαμάχης (διαμάχης –όχι διαπραγμάτευσης).

Καταψηφίστηκε και από Υπουργούς της, οι οποίοι δήλωναν ότι «δεν βλέπουν λόγο να παραιτηθούν». Και όταν προκηρύχθηκαν εκλογές –οι οποίες συνταγματικώς θα διεξαχθούν με λίστα που ορίζει ο πρόεδρος του κόμματος –είδαν λόγο να συγκροτήσουν κόμμα.

Θα μου πείτε ότι ο πρωθυπουργός ουσιαστικά αγνόησε το κόμμα του. Έτσι συνέβη, αλλά σε τόσο κομβικές στιγμές έτσι γίνεται. Οι εξελίξεις, τον Αλέξη Τσίπρα κατέστησαν υπόλογο στην Ιστορία, αυτόν θα δικαιώσει ή θα καταγράψει ως αποτυχημένο. Κι αυτό συμβαίνει πάντοτε με κάθε ηγέτη που αντιμετωπίζει μεγάλες ιστορικές προκλήσεις.

Πόσοι ας πούμε μπορούν να απαντήσουν σήμερα στην ερώτηση πώς λεγόταν και από ποια κομματικά στελέχη αποτελείτο το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη;

Αλλά, φυσικά, τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση είναι δομικά στοιχεία της πολιτικής, χωρίς αυτά δεν υπάρχει ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση, το κομματικό φαινόμενο είναι, χωρίς κανένα στοιχείο υπερβολής, η βάση της Δημοκρατίας –η προϋπόθεση για να υπάρξει η κορυφή της. Αυτό είναι μια αλήθεια. Όπως και το ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν ήταν μονοκομματική.

Οι ΑΝΕΛ, παρά τη θεσμική τους προσήλωση και την χωρίς προβλήματα συνεργασία –ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό –αντιμετωπίστηκαν από μεγάλο αριθμό στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ σα να μην υπήρχαν. Κατά τα άλλα, οι πάντες ομνύουν στις συνεργασίες.

Στη συζήτηση περί συνεργασιών, πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου, ένα μεγάλο τμήμα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν διστακτικό, έως και εχθρικό, με τα ανοίγματα που η ηγεσία έμοιαζε να επιδιώκει προς τον πολιτικό χώρο της, ας την πούμε, αριστερής σοσιαλδημοκρατίας.

Με βασικό επιχείρημα ότι δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι αυτούς, έχουν δεξιές τάσεις, θα δημιουργήσουν πρόβλημα στην κυβέρνηση. Με τους ΑΝΕΛ, που είναι κανονικοί δεξιοί, όταν αποδείχθηκε απαραίτητη η συμπόρευση, δεν είχαν πρόβλημα –δικαίως πρέπει να ξαναπώ, όπως αποδείχθηκε. Συμπτωματικά, ο κύριος όγκος των στελεχών που φοβήθηκε τη συνέπεια των εν δυνάμει συμμάχων, συμμετείχε στην ανατροπή της κυβέρνησης.

Δεν είναι κακό να ανατρέπει κανείς την κυβέρνηση υπό την οποία εξελέγη, όταν διαφωνεί πολιτικά μαζί της, κάθε άλλο. Εφ’ όσον την ανατροπή της κυβέρνησης ακολουθούν εκλογές, όπου θα εγκριθεί ή όχι από το εκλογικό σώμα αυτή η απόφαση, είναι πολιτικά θεμιτό και ενίοτε απαραίτητο.

Το ότι ανατρέπεις την κυβέρνηση επειδή εγκαταλείπει τις προεκλογικές της θέσεις –που, οφθαλμοφανώς, αυτό συνέβη –είναι κατανοητό. Το ότι της επιτρέπεις να θεσμοθετήσει αυτή την αλλαγή πορείας, καταψηφίζοντας μεν, δηλώνοντας ότι στηρίζεις δε, μη επιχειρώντας να την ανατρέψεις πριν εμφανιστεί στη Βουλή, ώστε να μη ψηφιστούν «τα μνημόνια», προσωπικά δεν το κατανοώ. Δεν είναι το ίδιο, αλλά κάπως μοιάζει με τη στάση της υπόλοιπης αντιπολίτευσης, που αφού ψήφισε τις συμφωνίες, καταγγέλλει την κυβέρνηση Τσίπρα επειδή τις έφερε, ενώ πριν τις φέρει τον εγκαλούσε ότι δεν υπογράφει «μια οποιαδήποτε συμφωνία».

Η κατάσταση που βιώνουμε είναι απλή στη τραγικότητά της: Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οδήγησαν τη χώρα στο οδυνηρό σημείο που βρίσκεται.

Η κυβέρνηση Τσίπρα, προσπάθησε να εξασφαλίσει μια επωφελή συμφωνία και απέτυχε. Καλούμαστε να αποφασίσουμε αν θα αναθέσουμε τη διαχείριση του προβλήματος σ’ αυτούς που το δημιούργησαν, ή σ’ αυτούς που σε πρώτη φάση δεν το διαχειρίστηκαν σωστά, μέσα σε ελάχιστο όμως χρόνο, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι.


Ή να επιλέξουμε μια τρίτη λύση, που –ας την πούμε με το όνομά της –είναι η ρήξη. Που όποιος την επαγγέλλεται, πρέπει να παρουσιάσει αναλυτικά την πορεία προς αυτήν, τις συνέπειες και τη διέξοδό της. Με λογικές προβλέψεις, όχι με ευχολόγια.

Η στρατηγική του «θέλω κάτι πολύ, δικαίως το θέλω, άρα θα συμβεί», έχω την εντύπωση πως έχει μετρήσει τις μέρες της.

* Ο Κώστας Αποστόλου είναι μέλος του Συντονιστικού της «Κοινωνία Πρώτα»