Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Το ΠΑΣΟΚ μάς κλέβει την απόλαυση


Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα ξεστομίζετε από πολλούς (αριστερούς) η λέξη πασόκος χωρίς καν να ξέρουν τον συνομιλητή τους...μόνο και μόνο για να τον υποβιβάσουν στα μάτια των ακροατών.
Αιτία είναι όχι μόνο η έλλειψη επιχειρημάτων αλλά και το ότι οι ίδιοι θα μπορούσαν εύκολα να χαρακτηριστούν πασόκοι...εξ ου και το κύμα μεταμελημένων (πασόκων) που μας ζητάνε να τους συγχωρέσουμε επειδή μας έλεγαν τον Ιανουάριο να ψηφίσουμε ΣΥΡΙΖΑ
Το ότι οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να καθοδηγήσουν τον κόσμο τους έχει πληγώσει θανάσιμα.
Τόσα χρόνια δευτεράτζες και τώρα στην αφάνεια...κάποιος πρέπει να πληρώσει....

  • ο πιο εύκολος τρόπος να καταρρακώσεις τον αντίπαλό σου και να αποκτήσεις αμέσως αμέσως ένα σημαντικό πλεονέκτημα απέναντί του, είναι να καταφέρεις να τον συνδέσεις με κάποιο τρόπο με το ΠΑΣΟΚ. 
  • Το ΠΑΣΟΚ φέρεται ότι «κατέστρεψε την οικονομία μας» καθόσον σπατάλησε άσκοπα τον ιδρώτα του ελληνικού λαού, σε συνεργασία με ισχυρούς και κακόβουλους ξένους, και επί πολλά χρόνια ευνόησε έναν «παρασιτικό» και αχαλίνωτο τρόπο ζωής (ο οποίος συχνά δηλώνεται με τον σχετικό αγγλικό όρο:λάιφ-στάιλ) εστιασμένο μόνο στην ρηχή καλοπέραση και την επίδειξη
  • Με μια λέξη, το όνομα «ΠΑΣΟΚ» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της διαφθοράς.



Του Άκη Γαβριηλίδη στο nomadicuniversality.wordpress.com


Ο Ζίζεκ παρατηρεί κάπου ότι ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αντισημιτισμού στην Ευρώπη παρατηρείται στην Πολωνία, όπου ωστόσο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο έχουν μείνει ελάχιστοι Εβραίοι.

(Παρένθεση δική μου: χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την Πολωνία επειδή προφανώς δεν ήξερε τι συμβαίνει στην Ελλάδα∙ αν ήξερε, σίγουρα θα χρησιμοποιούσε αυτήν).

Με το παράδειγμα αυτό ο Ζίζεκ θέλει να δείξει ότι ο αντισημιτισμός δεν οφείλεται σε κάποια υπαρκτή ενόχληση που προκύπτει από την υλική παρουσία των Εβραίων, ούτε σε κάποια υποτιθέμενη κοινή ιδιότητα που μοιράζονται ουσιοκρατικά όλοι οι υπαρκτοί Εβραίοι· οφείλεται στο ότι, μέσα από διάφορες ενδεχομενικές διαδρομές και παιχνίδια σημαινόντων, η λέξη «Εβραίος» κατέληξε να αποτελεί το όνομα που δίνουμε σε αυτό που μας ενοχλεί, που φανταζόμαστε ότι μας απειλεί, μας υπονομεύει, ότι κρύβεται παντού, ενδεχομένως και μέσα μας, και πρέπει να το εξαλείψουμε.

Αν είναι έτσι, τότε οι σημασίες αυτές είναι δυνατό κατά καιρούς να μετατεθούν και να επενδυθούν (και) σε άλλα σημαίνοντα. Πράγμα που θα μας έδινε έναν «αντισημιτισμό χωρίς Εβραίους».

Αυτό ακριβώς έχει γίνει στην Ελλάδα τελευταία με το όνομα «ΠΑΣΟΚ». Την περίοδο όπου στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι πραγματικοί ΠΑΣΟΚοι από οποτεδήποτε άλλοτε, έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του ο αντιΠΑΣΟΚισμός. Ενώ στον εξωτερικό κόσμο το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά, στα μυαλά και στο λόγο των ανθρώπων μοιάζει να βρίσκεται παντού –ή να απειλεί να βρεθεί.

Για παράδειγμα: εάν κανείς παρακολουθήσει τους (κομματο)σκυλοκαυγάδες που ξεσπούν στο διαδίκτυο ανάμεσα σε πρώην και νυν μέλη/ φίλους του ΣΥΡΙΖΑ ή άλλων ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, θα διαπιστώσει ότι ο πιο εύκολος τρόπος να καταρρακώσεις τον αντίπαλό σου και να αποκτήσεις αμέσως αμέσως ένα σημαντικό πλεονέκτημα απέναντί του, είναι να καταφέρεις να τον συνδέσεις με κάποιο τρόπο με το ΠΑΣΟΚ. Άπαξ και του κολλήσεις τη ρετσινιά «πασόκος», δεν χρειάζεται πλέον να στίψεις το μυαλό σου για να βρεις κάποια πολιτική επιχειρηματολογία: αυταπόδεικτα δεν μπορούμε πλέον να παίρνουμε σοβαρά όσα λέει.

Οι αδιάφθοροι


Αυτό βέβαια οφείλεται στο ότι το κόμμα αυτό ήταν στην εξουσία τα περισσότερα από τα τελευταία 25 χρόνια, στα οποία περιλαμβάνεται και η χρονική στιγμή υπαγωγής της χώρας στην «τεχνογνωσία» του ΔΝΤ και λοιπών θεσμών, άρα αναπόφευκτα χρεώνεται αυτό σε μεγάλο βαθμό την «κατάρρευση της οικονομίας μας».

Η χρέωση της πολιτικής αυτής ευθύνης είναι ασφαλώς εύλογη. Ωστόσο, τα πράγματα πάντοτε έχουν –ή αποκτούν στην πορεία- περισσότερες και ετερόκλητες διαστάσεις.

Εάν ο χαρακτηρισμός αυτός έγινε στίγμα, αυτό δείχνει ότι συνοδεύεται και από ηθική, όχι μόνο πολιτική αποδοκιμασία.

Το ΠΑΣΟΚ φέρεται ότι «κατέστρεψε την οικονομία μας» καθόσον σπατάλησε άσκοπα τον ιδρώτα του ελληνικού λαού, σε συνεργασία με ισχυρούς και κακόβουλους ξένους, και επί πολλά χρόνια ευνόησε έναν «παρασιτικό» και αχαλίνωτο τρόπο ζωής (ο οποίος συχνά δηλώνεται με τον σχετικό αγγλικό όρο:λάιφ-στάιλ) εστιασμένο μόνο στην ρηχή καλοπέραση και την επίδειξη.

Με μια λέξη, το όνομα «ΠΑΣΟΚ» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της διαφθοράς.

Η διαφθορά είναι μία αρκετά περίεργη και σύνθετη έννοια. Όπως παρατηρούσε πρόσφατα ο Μάικλ Χέρτσφελντ[1], πρόκειται για έναν όρο «με πολύ γερές ρίζες στην ιουδαιο-χριστιανική παράδοση –η διαφθορά της σάρκας».

Ίσως ακριβώς γι’ αυτό, αποτελεί βασικό πυλώνα στο όλο πακέτο του αντισημιτισμού, δηλαδή του μίσους της χριστιανικής προς την ιουδαϊκή παράδοση.

Τα κατηγορήματα που αποδίδει ο αντισημίτης στους Εβραίους περιλαμβάνουν την κινητικότητα, τον μη απτό χαρακτήρα [intangibility], την έλλειψη ριζών και τη συνωμοσία εις βάρος των –μυθικών και μυθοποιημένων- αξιών μιας κοινότητας έντιμων και εργατικών ανθρώπων[2].

Τα κατηγορήματα που αποδίδει ο αντιπασόκος στους πασόκους, κατά αρκετά αντίστοιχο τρόπο, είναι ακριβώς η κοινωνική κινητικότητα, η μυστική δικτύωση και αλληλεγγύη, ο αθέμιτος πλουτισμός των ανάξιων εις βάρος των άξιων.

Ήδη από τη δεκαετία του 80, ο όρος χρησιμοποιούνταν ως συνώνυμο της κοινωνικής ανόδου, και ειδικότερα της κοινωνικής ανόδου των «μικρομεσαίων», εκείνων που δεν θα έπρεπε να ανέλθουν –όπως τουλάχιστο πίστευαν οι αυτοθεωρούμενοι «μεγάλοι», ή μεγαλομεσαίοι. Ενδεικτικό αυτής της ελιτιστικής αντιπάθειας προς τους άξεστους και ασήμαντους που απέκτησαν πρόσωπο και μπλέκονται στα πόδια μας, είναι και ο όρος πασοκαρία, φτιαγμένος πάνω στο καλούπι προηγούμενων γλωσσικών κατασκευών σχετικών με το θέμα της διάκρισης/ ανωτερότητας όπως το «μπασκλασαρία». Όμως, οι ιδέες και οι διαθέσεις είναι κοινωνικά φαινόμενα και κυκλοφορούν· δεν μένουν περιφραγμένες στους χώρους που πρώτα δημιουργήθηκαν. Ενδεικτικό αυτής της διάχυσης είναι το γεγονός ότι ο όρος αυτός δεν παρέμεινε στα όρια των μεγαλοαστικών κύκλων, αλλά γνώρισε και γνωρίζει μεγάλο σουξέ σε χώρους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Ας θυμηθούμε εδώ και το απροκάλυπτα ρατσιστικό «ενδιάμεσοι γύφτοι» που είχε χρησιμοποιήσει συναφώς ο Διονύσης Σαββόπουλος την περίοδο της συγκυβέρνησης ΝΔ – ενιαίου Συνασπισμού. Μίας κυβέρνησης που συγκροτήθηκε, ακριβώς, για να καταπολεμήσει τη διαφθορά τού ΠΑΣΟΚ και να φέρει την κάθαρση, της οποίας «αρχάγγελος» είχε αναγορευθεί τότε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Και εδώ φυσικά πληθωρισμός θεολογικών-μεσσιανικών όρων και εννοιών.

Αλλά μία άλλη ένδειξη αυτής της κυκλοφορίας και του δανεισμού ιδεολογικών όπλων προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι και το ότι, τα τελευταία χρόνια, οι ίδιες πάνω κάτω αιτιάσεις (διεφθαρμένοι, τεμπέληδες, «πελατειακοί» που επωφελούνται και αποκτούν πλούτο χωρίς να το αξίζουν) απευθύνθηκαν προς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του, αλλά και προς την πολιτική ηγεσία του –δηλαδή ακριβώς και το ΠΑΣΟΚ, αν όχι κυρίως αυτό- από τον κίτρινο τύπο και μερίδα της κοινής γνώμης στη Γερμανία. Και στην ίδια την Ελλάδα άλλωστε.

Πραγματικά: αν εδραιωθεί αμετάκλητα ότι οι «αλόγιστες παροχές» συνιστούν διαφθορά και διασπάθιση του πλούτου, το πιθανότερο είναι αυτό να οδηγήσει όχι σε ικανοποίηση κάποιου αιτήματος για δικαιότερη κατανομή του πλούτου, αλλά στην απόρριψη κάθε τέτοιου αιτήματος ως εξίσου διεφθαρμένου. Και αυτό συμβαίνει πράγματι.

Ο ήλιος ως άστρο του Δαβίδ;


Πριν από λίγο καιρό, είχε κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο μία φωτογραφία, τραβηγμένη κάπου στη δεκαετία του 80, από τη βάφτιση ενός μωρού. Η εκκλησία, αλλά και κάποιοι από τους προσκεκλημένους, φέρουν ως εορταστική διακόσμηση σημαίες του ΠΑΣΟΚ και φωτογραφίες του Ανδρέα Παπανδρέου.

Η εικόνα, ιδίως με το πέρασμα των χρόνων, όντως φαίνεται σήμερα γραφική και σχεδόν ακατανόητη. Ωστόσο, πολλά από τα σχόλια που την συνόδευσαν σε αυτή την δεύτερη καριέρα της βρίσκονταν μόλις πάνω στα όρια του κοινωνικού ρατσισμού[3].

Ένα πιο πρόσφατο δείγμα αυτής της στιγματιστικής χρήσης του «πασοκισμού» αποτελεί η παρακάτω ηλεκτρονική γραφιστική σύνθεση, φτιαγμένη σαν προεκλογική αφίσα κόμματος, που κατασκευάστηκε από την «Ομάδα Αλήθειας», τους spin doctors της Νέας Δημοκρατίας, και διακινείται τις τελευταίες μέρες στα κοινωνικά μέσα σε διάφορες παραλλαγές.



Η προπαγανδιστική λειτουργία τής οιονεί αφίσας θα έλεγε κανείς ότι είναι «προγλωσσική». Πρόκειται για μία «γκαλερί» ομοιόμορφων φωτογραφικών πορτραίτων εικοσιενός συνολικά ανθρώπων. Αν και προσωπικά ελάχιστους αναγνωρίζω, προφανώς πρόκειται για υπουργούς της κυβέρνησης που ορκίστηκε στις 23/9/15. Πάντως δεν εμφανίζεται πουθενά το όνομα κανενός εξ αυτών, ούτε και κανένα άλλο όνομα ή, πολύ περισσότερο, κείμενο. Το μόνο που εμφανίζεται είναι η εικόνα: εικοσιμία φάτσες και, από πάνω από την καθεμιά, ο επάρατος ήλιος (για τους 15 εξ αυτών∙ για άλλους 5, το σήμα της ΝΔ, ενώ για τον τελευταίο –τον Δ. Καμμένο- ένα πολεμικό αεροσκάφος).

Η εικονογραφία αυτή προφανώς υποτίθεται ότι γελοιοποιεί το σύνθημα τού ΣΥΡΙΖΑ «ξεμπερδεύουμε με το παλιό», το οποίο ακριβώς παρατίθεται σαρκαστικά στο δεξί μέρος της αφίσας, καταδεικνύοντας ότι το υλικό της νέας κυβέρνησης είναι, ακριβώς, παλιό και όχι νέο.

Ωστόσο, η βασική επικοινωνιακή λειτουργία της αφίσας βασίζεται στην πληθωρική παρουσία τού ήλιου τού ΠΑΣΟΚ. Η αφίσα είναι σαν να λέει: «Μα κοιτάξτε τους, είναι πασόκοι».

Με αυτό ακριβώς το πνεύμα διακίνησαν την αφίσα και πολλά άτομα που, χωρίς να ανήκουν στη ΝΔ, ήθελαν και αυτά να προωθήσουν την ιδέα περί «προδοσίας της αριστεράς» εκ μέρους της νέας κυβέρνησης, σε επίπεδο αρχών αλλά και προσώπων: είναι πασόκοι, άρα όχι γνήσιοι αριστεροί.

Η λογική αυτή, κατά την οποία εξατομικεύουμε κάποια πρόσωπα –με τη συμβολική αλλά και με την κυριολεκτική σημασία του όρου «πρόσωπα»-, επιθέτουμε επάνω τους ένα μισητό σύμβολο και τους παραδίδουμε στην κοινή χλεύη και αποδοκιμασία, αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με τη λογική τωνπογκρόμ.

Επίσης, (όπως άλλωστε συνέβαινε και στα κανονικά πογκρόμ, ή σε άλλες εκφάνσεις μαζικής υστερίας), συνιστά μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ξεκαθάρισμα λογαριασμών, για να κάψουμε και μερικά χλωρά μαζί με τα υποτιθέμενα ξερά.

Δεν χρειάζεται να είσαι μέλος


Θα αναφέρω ένα σχετικό τέτοιο παράδειγμα. Ένα από τα 21 αυτά πορτραίτα είναι και του Νίκου Παρασκευόπουλου, υπουργού δικαιοσύνης στην παρούσα αλλά και στην προηγούμενη κυβέρνηση.

Τυχαίνει να γνωρίζω προσωπικά τον Νίκο Παρασκευόπουλο από το μακρινό 1981, τότε που παρακολουθούσα τις παραδόσεις του στο ποινικό δίκαιο στη Νομική τού ΑΠΘ. Δεν θα έλεγα ότι είμαι φίλος του, αλλά –για να χρησιμοποιήσω και εγώ μία έκφραση-κλισέ από την ιουδαιο-χριστιανική παράδοση- είμαι ένας παροικών την Ιερουσαλήμ, εν προκειμένω την δεύτερη Ιερουσαλήμ που υπήρξε κάποτε η Θεσσαλονίκη, και η πόλη είναι αρκετά μικρή ώστε η δημόσια πορεία του καθενός να είναι γνωστή σε όλους.

Με βάση αυτή τη γνώση, λοιπόν, ήμουν σίγουρος ότι ο νυν υπουργός δικαιοσύνης δεν είχε ποτέ σχέση με το ΠΑΣΟΚ.

Σε μία περίπτωση λοιπόν όπου η συγκεκριμένη αφίσα διακινήθηκε από μία κυρία στο διαδίκτυο, της έκανα τη σχετική παρατήρηση. Έλαβα την εξής απίστευτη απάντηση:

Ο παρασκευόπουλος ήταν σύμβουλος του κουβελάκη, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μέλος…. (διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου)

Επειδή ομολογώ ότι κόντευα να ξεχάσω τι ήταν αυτός ο Κουβελάκης, προσέφυγα στη σοφία της Wikipedia. Από εκεί (ξανα)έμαθα ότι ο Γιώργος Κουβελάκης ήταν ένας δικαστικός, ο οποίος διετέλεσε βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ από το 1993 ως το 96 και υπουργός δικαιοσύνης από τον Οκτώβριο του 1993 έως τον Φεβρουάριο του 1995.

Με άλλα λόγια: κάποιος ο οποίος, χωρίς να ανήκει στον κομματικό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ, εξελέγη στο ψηφοδέλτιο επικρατείας και διετέλεσε υπουργός για 16 μήνες για να αποπεμφθεί μετά από σύγκρουση με τον τότε «κλειδοκράτορα» του κόμματος Αντώνη Λιβάνη, διαθέτει παρόλα αυτά το ανεξίτηλο στίγμα του πασόκου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να το μεταβιβάσει και σε ανθρώπους οι οποίοι διετέλεσαν τότε σύμβουλοί του, και αυτοί να συνεχίζουν να το φέρουν απάνω τους 20 χρόνια αργότερα!

(Σημειώνω εδώ ότι ανάλογες -πειστικές- ενστάσεις για την εγκυρότητα της σύνδεσης με το ΠΑΣΟΚ έχω δει να διατυπώνονται για τουλάχιστον άλλα τρία ή τέσσερα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Εδώ όμως προτίμησα να αναφερθώ μόνο σε μία περίπτωση για την οποία έχω προσωπική εικόνα).

Πραγματικά, πού σταματά αυτό το παραλήρημα καταδίωξης; Μήπως πρέπει να ψάξουμε και ποιοι περνούσαν έξω από την πόρτα της εκκλησίας όπου βαφτιζόταν το ΠΑΣΟΚομωρό, ώστε να τους αποκλείσουμε κι αυτούς από κάθε δικαίωμα να εκπροσωπούν το «νέο»; Εάν «δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μέλος» για να συμπεριληφθεί σε αυτό το Berufsverbot αλλά αρκεί να ήρθε για λίγους μήνες σε επαγγελματική ή κοινωνική επαφή με κάποιον ο οποίος είχε έρθει σε επαφή με το ΠΑΣΟΚικό τέρας, τότε τι μας εμποδίζει να συμπεριλάβουμε στους μολυσμένους π.χ. και τον γιο τού άλλοτε υπουργού, τον Στάθη, καθηγητή στο Kings College και στέλεχος σήμερα της «Λαϊκής Ενότητας»; Αφού και αυτός ήταν επί πολλά χρόνια σε στενή επαφή με κάποιον φορέα της ασθένειας.

Η ίδια η συνομιλήτριά μου[4] πάντως δεν είχε πρόβλημα να ομολογήσει ότι βλέπει με γενετικό τρόπο τη μεταβίβαση του στίγματος του ΠΑΣΟΚισμού από τους κυβερνήσαντες στο λαό –αλλά και το αντίστροφο. Όταν της παρατηρήθηκε ότι την κυβέρνηση αυτή την διάλεξε ο λαός, αντέτεινε:

ο λαός την διάλεξε γιατί στο dna του έχει το πολύ βαθύ πασοκ ο σωστός λαός γύρισε την πλάτη και πολύ καλά έκανε…

με το πασοκικό είδος είμαι ρατσίστρια απ όπου και αν προέρχεται (!!)

Για κάποιους λοιπόν που αυτοθεωρούνται αριστεροί, και μάλιστα πιο γνήσιοι αριστεροί από άλλους, υπάρχει ο «σωστός» και ο «λάθος» λαός, και ο καθένας έχει διαφορετικό DNA. Επίσης, υπάρχει το «απλό» και το «βαθύ» ΠΑΣΟΚ∙ όσο πιο βαθύ, τόσο πιο λάθος είναι το DNA που το περιέχει.

Το νοσηρό αυτό κλίμα δεν έχω παρατηρήσει από πότε ακριβώς εμπεδώθηκε και αν έχει προσεχθεί και σχολιασθεί από κανέναν. Νομίζω όμως ότι οι σχετικές αποφάνσεις συγκροτούν ένα corpus που θα άξιζε να μελετηθεί από μια οπτική ανάλυσης του λόγου. Παρέχουν ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα όπου η αίσθηση «κλοπής της απόλαυσης», και η συναισθηματική φόρτιση που αυτή γεννά, αποκρυσταλλώνεται γύρω από μια ιδιότητα όχι θρησκευτική ή εθνοτική, αλλά κομματική.

Ένα πολιτικό κόμμα, και η πρακτική του, ασφαλώς είναι νοητό να γεννά ενστάσεις, ακόμα και αντιπάθειες ή οργή. Ωστόσο, η πολιτική διαδικασία κατ’ αρχήν παρέχει τα μέσα με τα οποία μπορεί κανείς να εκφράσει αποδοκιμασία: να καταψηφίσει το κόμμα αυτό, να ιδρύσει ένα αντίπαλο, να οργανώσει διαδηλώσεις ή να γράψει άρθρα εναντίον του … Όταν, και αφού τα μέσα αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί, και μάλιστα με επιτυχία, το «θεολογικό μίσος» εναντίον του παραμένει και μάλιστα αυξάνεται, πρέπει να υποθέσουμε ότι διακυβεύεται κάτι άλλο που αφορά το εσωτερικό του υποκειμένου για το οποίο πρόκειται, τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει την απόλαυσή του.

[1] An interview with Michael Herzfeld: Cryptocolonialism, the responsibility of the social sciences and Europe

[2] Werner Bonefeld, «Antisemitism and the (modern) critique of capitalism»

[3] Μερικές εύστοχες παρατηρήσεις για αυτή τη χρήση της αισθητικής κρίσης ως κοινωνικής/ βιοπολιτικής διάκρισης, (αλλά και την ίδια τη φωτογραφία), μπορεί κανείς να βρει στην ανάρτησηΠΕΡΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ.

[4] Τα στοιχεία της δεν υπάρχει λόγος να τα δημοσιοποιήσω. Βρίσκονται στη διάθεση παντός ενδιαφερομένου εάν ζητηθούν.