Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Κλαίνε οι καναλάρχες την χαμένη τιμή της ντεκαπάζ



  • Όχι δεν υπερασπίζονται την ελευθερία και τη ρύθμιση, το δικαίωμα και την ανάγκη. Αν τους ένοιαζε η ουσία θα είχαν ρυθμίσει το τηλεοπτικό τοπίο χρόνια τώρα. Υπερασπίζονται δέκα νταβατζήδες και δεν τους βγαίνουν τα νούμερα γιατί οι άδειες είναι τέσσερις. Τόσο απλά.





Του Κώστα Βαξεβάνη στο Κουτί της Πανδώρας


Οι καναλάρχες γλέντησαν με εκατοντάδες εκατομμύρια θαλασσοδάνεια που έπαιρναν ακόμη και όταν οι παραγωγικοί κλάδοι δεν μπορούσαν να πάρουν ούτε ένα ευρώ. Έγραφαν συνεχώς ζημιές αλλά μπορούσαν να επιβιώνουν ικανοποιώντας μια παράλογη αντίληψη επαγγελματία που ενώ θεωρητικά χάνει, θέλει να συνεχίζει να υπάρχει σα να είναι φιλάνθρωπος. Ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις και σκουπίδια πολιτικούς που διαμόρφωσαν μια επετηρίδα αναγνωρίσιμης ηλιθιότητας και συμφερόντων. Μπαινόβγαιναν στο Μέγαρο Μαξίμου και υπαγόρευαν πολιτικές και πολιτικούς. Ανάγκασαν τη χώρα να τους αναγορεύσει σε εθνικούς προμηθευτές, αγκαλιάζοντας όλη τη δημόσια και ιδιωτική ζωή με τα πλοκάμια των δραστηριοτήτων τους: δρόμοι, αεροδρόμια, σκουπίδια, γέφυρες, πολιτισμός. Μέχρι και τα εισιτήρια και τα ταξίδια του Δημόσιου τομέα, περνούσαν από τα δικά τους ταξιδιωτικά πρακτορεία. Το κυριότερο απ’ όλα, διαμόρφωσαν γενιές ανθρώπων στη σπουδαιότητα του τίποτα, της απαστράπτουσας ξεφτίλας, του ντεκαπάζ που έφτανε ως τον εγκέφαλο.

Κανένας δεν τους απείλησε. Κανένας δεν απαιτούσε να συμμορφωθούν. Αντιθέτως ήταν αυτοί που διαμόρφωναν την ατζέντα, που κουνούσαν την μπαγκέτα, που σφύριζαν για να χορέψουν οι μαριονέτες του πολιτικού συστήματος που είχαν εκπαιδεύσει. Σκότωσαν τη δημοσιογραφία με την ίδια επιμέλεια που σκότωσαν τον πολιτισμό, καθιερώνοντας τη χρήσιμη σιωπή σε ολόκληρο το μάχιμο κλάδο της δημοσιογραφίας.

Μπορώ να γράφω ώρες για όσα έκαναν με τη συμβολή και των ίδιων των δημοσιογράφων που εξαγόρασαν οι καναλάρχες, αλλά δεν έχει νόημα.

Δεν μιλάνε όμως για όλα αυτά. Δεν μιλάνε για όσα πρέπει να πληρώσουν, για τα πόθεν έσχες που δεν έκαναν, για το μαύρο χρήμα της λίστας Λαγκάρντ που αναγκάστηκαν να παραδεχθούν πως έχουν πληρώνοντας για να μην πάνε φυλακή. Δεν μιλάνε ούτε για  το γεγονός πως μια χώρα που ακόμη και τα περίπτερά της δεν μπορούν να μη λειτουργούν χωρίς άδειες, τα κανάλια περιέργως λειτουργούν χωρίς να ενοχλεί ούτε τις κυβερνήσεις, ούτε τους υποστηρικτές του fair play της αγοράς.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε προεκλογικά και υλοποιεί την απόφασή της να τακτοποιήσει το τηλεοπτικό τοπίο. Το κάνει όπως το αντιλαμβάνεται. Ελέγχει τα κανάλια χρηματοδότησης που χρέωσαν το κράτος με δάνεια που πληρώθηκαν μέσα από την ανακεφαλαιοποίηση, θέτει όρους για την αδειοδότηση και φυσικά τον αριθμό των αδειών.

Εκεί ξεκινάει ο πόλεμος. Οι τέσσερεις άδειες που πρόκειται να δώσει η κυβέρνηση, αφήνουν εκ των πραγμάτων το λιγότερο πέντε καναλάρχες εκτός παιχνιδιού αν και με την οικονομική εικόνα που έχουν τα κανάλια είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν οι παλιοί χρεωμένοι παίκτες να πάρουν άδειες.

Οι ανακοινώσεις αυτές ανέβασαν στα κάγκελα όχι μόνο τους καναλάρχες, αλλά κυρίως την πολιτική τους κάλυψη. Αφού μποϋκοτάρισαν την εκλογή ΕΣΡ ώστε να μην μπορούν να δοθούν άδειες, όταν η κυβέρνηση το παρέκαμψε νομοθετικά, ανακάλυψαν την ελευθερία της αγοράς και του Τύπου που απειλείται. «Γιατί δίνονται μόνο τέσσερις άδειες και όχι 100;», «γιατί αφήνουν στο δρόμο δημοσιογράφους και υπαλλήλους που θα απολυθούν;», «γιατί παρεμβαίνουν στην ελεύθερη ρύθμιση της αγοράς»;

Το μεγάλο ερώτημα είναι άλλο όμως. Γιατί όλο αυτό το πολιτικό προσωπικό , τα ποτάμια και οι χείμαρροι της πολιτικής, παρουσιάζουν αυτή την ευαισθησία για το συγκεκριμένο κομμάτι της «αγοράς»; Γιατί ανακαλύπτουν την ελευθερία του Τύπου στο κομμάτι εκείνο της δραστηριότητας που την καταστρατήγησε κάνοντάς την προπαγάνδα και τρόμο χρόνια τώρα; Νομίζω η απάντηση είναι εύκολη. Γιατί πρόκειται για την ίδια οικογένεια, όπου η αιμομιξία της διαπλοκής δημιούργησε τα τέρατά της.

Οι τηλεοπτικές συχνότητες είναι δημόσιο αγαθό και είναι θέμα της κυβέρνησης να αποφασίσει πόσες πρέπει να διαθέσει, ώστε να λειτουργεί η πολύπαθη αγορά την οποία έχουν κάνει λάστιχο. Είναι περιουσία την οποία η κυβέρνηση (κάθε κυβέρνηση) όχι μόνο πρέπει να προστατεύσει αλλά οφείλει να ορίσει και τους όρους για να μην γίνει κατάχρηση της εξουσίας που πηγάζει από αυτή.

Αν τα κανάλια είναι παραπάνω από αυτά που μπορεί να πληρώσει η αγορά, η δημόσια συχνότητα θα γίνει εργαλείο πολιτικού και οικονομικού εκβιασμού, όπως γινόταν χρόνια. Η κυβέρνηση λοιπόν έχοντας την ευθύνη αυτής της διαχείρισης (όπως την είχαν οι αντίπαλοί της χρόνια δημιουργώντας αυτή την παθογενή κατάσταση), με μια αναλογικότητα που συμβαδίζει με τους αριθμούς αδειών σε όλη την Ευρώπη ανάλογα με τον πληθυσμό, αποφάσισε τέσσερις άδειες.

Μητσοτάκηδες και Θεοδωράκηδες, Βενιζέλοι και κλώνοι του, δεν λένε κουβέντα ούτε για το πώς πρέπει να είναι η τηλεόραση, ούτε για το πώς θα πληρώσουν αυτοί που χρωστάνε. Τους νοιάζει ο αριθμός αδειών. Στο όνομα της αγοράς πάντα, αλλά ο αριθμός.

Όχι δεν υπερασπίζονται την ελευθερία και τη ρύθμιση, το δικαίωμα και την ανάγκη. Αν τους ένοιαζε η ουσία θα είχαν ρυθμίσει το τηλεοπτικό τοπίο χρόνια τώρα. Υπερασπίζονται δέκα νταβατζήδες και δεν τους βγαίνουν τα νούμερα γιατί οι άδειες είναι τέσσερις. Τόσο απλά.