Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ Δ ΜΕΡΟΣ...και τελευταίο



  • - Παραδοθείτε αμέσως! Επανέλαβε.
  • - Παρτα τα αρχίδιαμ’ τσογλαν’ ! Το λιανοντούφεκο του Ζαχαριά κελάηδησε. Η σφαίρα χτύπησε τον ωραίο ανθυπολοχαγό στο στόμα και βγήκε απ τον αυχένα του. Νόμιζαν πως τον είδαν να πέφτει σε αργή κίνηση ενώ το λευκό χώμα βαφόταν κόκκινο.




Διαβάστε το πρώτο μέρος ΕΔΩ
Το δεύτερο και τρίτο μέρος ΕΔΩ

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ Δ ΜΕΡΟΣ


Οι στρατιώτες, οι χωροφύλακες κι οι οπλισμένοι χωριάτες που κατέκλυζαν την περιοχή σιγά-σιγά απ την κοιλάδα προς το ποτάμι και την παραλία δε κατάλαβαν τίποτα. Στο υπομοίραρχο μόνο του φάνηκε πως για μια στιγμή είδε μια λιγνή σκιά να περνάει πετώντας σα σύννεφο μέσα απ τα φυλλώματα των δέντρων. Αλλά δε μπορεί , της φαντασίας του παιχνίδι θα ταν απ την υπερένταση..

Κείνη τη μέρα ο Τζαννής το «ζαβό» όπως τον φώναζαν, έκανε τις δουλειές του στο μαντρί του όπως κάθε μέρα. Ταίσε ζωντανά με ευλάβεια και τα φρόντισε. Δεν είχαν μείνει πολλά, ο στρατός είχε επιτάξει τα περισσότερα. Ο Τζαννής τις αγαπούσε πολύ τις κατσικούλες του και του έλειπαν. Σήμερα δε τον είχε φωνάξει ο θείος του να κυνηγήσουν τους κακούς… και τον θειο του τον αγαπούσε ο Τζαννής. Ο θειος τον είχε φροντίσει καλά όταν έμεινε πεντάρφανο, θα του βρισκε και γυναίκα έλεγε κι ας ήταν έτσι «ασουλούπωτος».
Ωστόσο σήμερα ένα αίσθημα προσμονής μεγάλωνε μέσα του. Κάτι θα γινότανε. Κάποιος θα ρχοτανε ..

Ότι έιχε τελειώσει κι έτρωγε μια ντομάτα με λίγο τυρί καθισμένος σε μια πέτρα κοντά στο μαντρί και χαζεύοντας κατά το δάσος όταν μια μακρουλή σκιά έπεσε πάνω του .Στράφηκε.
- Θείο; Έκανε. Αλλά δεν ήταν ο θείος του. Ο Τζαννής τινάχτηκε αλαφιασμένος. Μπροστά του ήταν ο ξανθός άγγελος που χε δει προχτές! Και του χαμογελούσε! Πως έγινε αυτό το θαύμα;
- Ο άγγελος είσαι… γόγγυσε .Συ δεν εισαι;
Ο ξανθός άγγελος φορούσε χακί πουκαμίσα είχε κοντά παντελόνια και λευκό μαντήλι στα μεταξένια του μαλλιά.
- Τζαννή ..Μίλησε αργά. Για σένα ήρθα… και του άπλωσε τα χέρια .
- Έρχομαι άγγελε μου..ψιθύρισε ο Τζαννής κι έπεσε στην αγκαλιά του. Ήταν ζεστή και μύριζε όμορφα, μεθυστικά σχεδόν. Ο άγγελος τον έσφιγγε δυνατά, τον έσφιγγε, τον έσφιγγε… Ξάφνου ο Τζαννής ένιωσε τα πλευρά του να σπάνε! Κοίταξε τρομαγμένος τον άγγελο στα μάτια. Τα μάτια του αγγέλου που πριν τα δε για γαλανά, τώρα είχαν μεγαλώσει κι χαν γίνει κατακόκκινα σαν μαγκάλια που έκαιγαν στη Κόλαση…

- Έτσι πεθαίνουν οι χαφιέδες! Ούρλιαξε ο άγγελος με άγρια, αφύσικη, φωνή. Για τον Ροβεσπιέρο ! Για όλους μας!
- Θείε! Πρόλαβε να φωνάξει ο Τζαννής πριν πνιγεί στο αίμα του. Ο άγγελος τον δάγκωσε στο λαιμό.
Κανείς δε τους έκοψε στο δρόμο για το κάστρο, ούτε και περίμεναν να βρουν κανέναν εκεί να τους περιμένει. Οι στρατοχωροφύλακες δε περιπολούσαν στα παράλια συνήθως και το μοναδικό χωριό που ταν εκεί το χαν εκκενώσει εδώ κι ενάμιση χρόνο. Αλλά δε τους ένοιαζε κιόλας. Ήξεραν πολύ καλά που κατέληγε αυτός ο δρόμος.
Πρώτος βάδιζε ο Αστραπόγιαννος, πίσω του ο Δάσκαλος, πιο πίσω ο Βάσιας και η Μάρω και τελευταίος ο Ζαχαριάς με το Μπρεν στη πλάτη.
Για αρκετή ώρα βάδιζαν σιωπηλοί σαν υπνωτισμένοι ο καθένας στον δικό του κόσμο. Η Μάρω μόνο πάλευε να πνίξει τα δάκρυα της για το Τρελαντώνη.
Τότε ο Ζαχαριάς με την φωνάρα που κάποτε καλούσε τα πρόβατα άρχισε να τραγουδά το «Η λευτεριά είναι σχολειό και ποιος θα τη σπουδάξει καλαματιανή..» Αμέσως όλοι πιάσαν το σκοπό κι ας άκουγε όποιος ήθελε!
«Πήγα και γω και σπούδαξα
Και βγήκα ένας αντάρτης καλαματιανή
Και βγήκα ένας αντάρτης ρουσα και ξανθή
Ότι κι αν είχα τα δωσα καλαματιανή
Και στα βουνά μας βγήκα …»

 Το Κάστρο της Μελιβοίας 


Έτσι στα φτάσαν στα ρίζα του Κάστρου. Φαινόταν πανάρχαιο σα να στεκόταν εκεί από καταβολής κόσμου. Κι ο Άρχοντας του Κάστρου ήρθε να τους προϋπαντήσει όρθιος στα τείχη και γελώντας! Ήταν ο Τρελαντώνης! Με κάποιο απίστευτο τρόπο είχε φτάσει πριν απ αυτούς!
- Ξέρετε τι λενε οι ντόπιοι για το φρούριο αυτό; Είπε. Το χτισε ένας παλιός βασιλιάς στα αρχαία χρόνια .Είχε ένα φτερωτό άλογο κι έλεγε ότι θα ανέβαινε να ρίξει απ τους ουρανούς το θεό. Μα ο θεος έστειλε μια αλογόμυγα να τσιμπήσει τ άλογο και έπεσε κάτω!
Η Μάρω έπεσε πάνω του και τον έπνιξε στα φιλιά.
- Φτιρουτου άλογού ιχεις και συ κι φτασες εδώ; Τον ρώτησε ο Ζαχαριάς.
- Σου πα, αποκρίθηκε χαρούμενα ο Τρελαντώνης, τα ξέρω τα μονοπάτια. Ελάτε να στήσουμε άμυνα τώρα, το πανηγύρι θα αρχίσει όπου να ναι! Πλησιάζουν κατά δω, τους είδα.

Ο Αστραπόγιαννος πρόσεξε πως είχε μικρές κηλίδες σαν αίμα πάνω στο πουκάμισο του. «Ο γιος της Σκιάς;» του ρθε η σκέψη αυθόρμητα. Προτίμησε ωστόσο να μη ρωτήσει τίποτα. Τι νόημα θα χε ;
Ερεύνησαν το μέρος όσο καλύτερα μπορούσαν. Το τείχος ήταν αρκετά ψηλό και παχύ αλλά πολύ μεγάλο σε μήκος για να καλυφτεί πλήρως από έξι ανθρώπους μόνο. Η δυτική του πλευρά κατέληγε σε γκρεμό ως δέκα μέτρα βαθύ και η ανατολική έφτανε σχεδόν στην παραλία κάτω.
- Ελέγχουμε την όλη την περιοχή μπροστά μας αλλά υπάρχει περίπτωση να μας έρθουν σκαρφαλώνοντας το λόφο από πίσω, είπε ο Δάσκαλος στον Αστραπόγιαννο .
- Δεν ήρθαμε εδώ για να νικήσουμε Δάσκαλε, απάντησε ο Αστραπόγιαννος΄
- Σωστά… και του σφιξε το χέρι.

Ο Ζαχαριάς έβγαλε απ το ντουλαμά του ένα μικρό δερμάτινο φλασκί που φυλούσε για μια τέτοια περίπτωση κι όλοι ήπιαν από μια γουλιά. Ήταν το γλυκύτερο κρασί που δοκίμασαν ποτέ και τους έδωσε δυνάμεις. Ύστερα κανόνισαν τις θέσεις τους στο τείχος .

Ο Δάσκαλος στήθηκε στη μέση, σε κάτι που πρέπει να χρησίμευε κάποτε σαν πυργίσκος. Απαίτησε να κρατάει το Μπρεν και του το δωσαν, σαν ύστατη τιμή στο καθοδηγητή τους αν και δεν ήταν γνωστός για τις σκοπευτικές του ικανότητες.

Ο Βάσιας έπιασε την μεριά τέρμα ανατολικά κι ο Ζαχαριάς την μεριά τέρμα δυτικά. Καλύτερα μακριά κι αγαπημένοι είπανε ,έστω και στα τελευταία.
Πιο κοντά στο Ζαχαριά έκατσε ο Αστραπόγιαννος «Ισως να ναι τελικά μοιραία όλα, σκέφτηκε. Απ την ώρα που γεννήθηκα να πρεπε να καταλήξω εδώ, στο κάστρο δίπλα στο κύμα..» Αυτό τον καθησύχαζε κάπως. Πιο κοντά στο Βάσια ο Τρελαντώνης με τη Μάρω, αντάλλαξαν φιλί και περίμεναν.

Τα λεπτά κυλούσαν αργά… βασανιστικά…

Όλοι ήταν στην κυριολεξία με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Ο ήλιος έλαμπε στο ζενίθ του. Η θάλασσα ήρεμη, γυαλί σκέτο. Ένας γλάρος πέταξε χαμηλά κι έκρωξε. Ο Βάσιας έκανε μηχανικά το σταυρό του. Τελικά ο Ζαχαριάς που χε και αετίσιο μάτι εκτός από μύτη φώναξε:
- Νατ’ ! Απ του δάσους μέσα ίρχουνται !

Οι «εθνικές δυνάμεις» της περιοχής δεν χρειαζόντουσαν αυτή τη φορά ειδικό οδηγό για τους βρουν. Εφόσον το λημέρι των συμμοριτών βρέθηκε άδειο και το δάσος είχε χτενιστεί όλο πρωί ,τα πιο πρόσφατα ίχνη οδηγούσαν κατά τη θάλασσα. Και κει ένα μέρος υπήρχε να σταθούν οι αναρχικοί.
- Λογαριάζουν να μας το παίξουν «κούγκι» , είπε ο Δεκανάκος στον υπομοίραρχο όπως βάδιζαν πλάι-πλάι ση σκιά των πεύκων. Είδαν κι απόειδαν πως είναι χαμένοι από χέρι και σχεδιάζουν «ηρωική έξοδο», χασκογέλασε.
Ο υπομοίραρχος δεν είχε καθόλου διάθεση για γέλιο. Μεσημέριαζε, ήδη έκανε αρκετή ζέστη και το κεφάλι του αρχίνιζε να βουίζει μέσα στο κράνος που φορούσε ενώ δεν ήξερε πώς να βολέψει το Μ1 του με τη δεσμίδα στον ώμο. Τελικά το κράτησε στα χέρια του μπροστά.
- Τελειωμένοι είναι ότι κι αν κάνουν Δεκανάκο, είπε. Το Κάστρο της Μελιβοίας το ξέρω καλά κι ναι πανεύκολο να υπερφαλαγγιστεί. Θα τους κρατήσουμε και θα στείλουμε το Πετρόμπεη και τους δικούς του από πίσω..Σε καμία ωρίτσα το πολύ θα χουν τελειώσει όλα!
- Και συ θα χεις τα γαλόνια σου!
- Διατί εφόσον είχαμε γνώση περί της υπάρξεως του συγκεκριμένου οχυρού σημείου δε μεριμνήσαμε να υπάρχει εκεί μια ολιγομελής έστω φρουρά ; Τους ρώτησε ένας πολύ όμορφος και αυθάδης νεαρός ανθυπολοχαγός που βάδιζε δίπλα τους , φρέσκος απ την Ευελπίδων.
Ο Δεκανάκος βλέποντας πως ο υπομοίραρχος ήταν έτοιμος να στρεσάρει καμία με τον υποκόπανο στη ροδαλή μούρη του ανθυπολοχαγού, έσπευσε να σώσει τη κατάσταση:
- Δεν ήταν δυνατόν να φυλούμε αρχαία χαλάσματα κύριε ανθυπολοχαγέ! Άλλωστε όπως σας είπε κι ο κύριος υπομοίραρχος μπορεί να ναι και θέμα ολίγων λεπτών.
- Το εύχομαι! Συνέχισε απτόητος ο ανθυπολοχαγός. Ειδάλλως θα χουμε ασκόπως απώλειες και χωρίς αεροπορική κάλυψη!
- Δε πα να γαμηθείς και να μας φέρεις τα ρέστα απ τη βίζιτα; Απάντησε μέσα απ τα δόντια του ο υπομοίραρχος.

Η φάλαγγα συνέχιζε. Ένας λόχος χωροφύλακες με «βαρύ οπλισμό» κι ένας λόχος φαντάροι ,ανακατεμένοι ,άπαντες με κράνη. Πίσω τους, σε μικρή απόσταση, ακολουθούσαν κάπου πενήντα χωριάτες με διάφορα όπλα, από κυνηγητικά δίκαννα μέχρι αμερικάνικά οπλοπολυβόλα, φορώντας τα κασκέτα ή τα φέσια τους. Η ησυχία γύρω τους (έκτος απ τα ήχο των αρβυλών τους) φάνταζε εξωπραγματική, σαν όλα να περίμεναν. Ένα ανεπαίσθητο αεράκι ήρθε απ πέλαγος σα χάδι στα πρόσωπα τους. Η φάλαγγα πέρασε τα καστανοχώραφα , τη λιμνούλα στο Σκούτλη και τη μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Πάνω, στην παραλία μετά το ρέμα της Βελίκας, τους περίμενε η μοίρα τους. Τα δέντρα τελείωναν κι υπήρχε ένα άνοιγμα από λευκό χώμα μπροστά στο Κάστρο.
- Αλτ ! Αλτ ! διέταξε ο υπομοίραρχος. Με προσοχή!

Ο Αστραπόγιαννος έριξε την πρώτη προειδοποιητική βολή στον αέρα.
Απ το χωνί του ο Τρελαντώνη η φωνή της Μάρως αντήχησε κρυστάλλινη:
- Στρατιώτες και χωροφύλακες! Παρακρατικοί ένοπλοι και φασίστες! Ως τμήμα της Μεραρχίας Θεσσαλίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος σας διατρανώνουμε την συλλογική απόφαση μας να αντισταθούμε εδώ μεχρις εσχάτων! Δε σας φοβηθήκαμε ποτέ και δε σας φοβηθούμε και τώρα για δώσαμε και δίνουμε το πιο δίκαιο αγώνα ! Εμείς θα αντέξουμε εδώ γιατί πολεμάμε για ιδέες και σεις για το χρήμα!
- Κατέβα πουτανάκι να σου ξηγήσω τ όνειρο… Πέταξε ένας ενωμοτάρχης. Γέλια ακούστηκαν απ τα δέντρα.
- Κωλόζωα! Είπε ο Αστραπόγιαννος.

Ο υπομοίραρχος κάλεσε κοντά του τον Πετρόμπεη και του δώσε οδηγίες για την περικύκλωση. Σα ντόπιοι που ήταν αυτός κι οι δικοί του δε θα τους ήταν δύσκολο όση ώρα κι αν τους έπαιρνε. Την ώρα που το κανε αυτό όμως έιδε κατάπληκτος με την άκρη του ματιού του τον νεαρό αυθάδη ανθυπολοχαγό να βγαίνει έξω μόνος του στο λευκό χώμα με το πιστόλι στα χέρια. Αδύνατο! Δε μπορεί ,όσο «κολλημένος» και να ταν, να κανε τέτοια τρέλα…
- Παραδοθείτε αμέσως , έκανε ο ανθυπολοχαγός με φωνή δυνατή και πεντακάθαρη ,φτιαγμένη θαρρείς για διαταγές. Είσαστε κυκλωμένοι πλήρως και κάθε απόπειρα αντιστάσεως είναι μάταιη κι επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση σας. Παραδώσατε άμεσα τον οπλισμός σας αν θέλετε να χετε την παραμικρή ελπίδα επιεικείας και βγείτε με τα χεριά σας ψηλά!
- Παντελώς χαμένο το χει ο τύπος , ψιθύρισε ο Τρελαντώνης.
- Κύριε ανθυπολοχαγέ γυρίστε πίσω σας εκλιπαρώ! Ακούστηκε η φωνή του Δεκανάκου. Εκείνος την αγνόησε. Ήταν όντως «αλλού». Σε κάποιο δικό του, ηρωικό, παράλληλο Σύμπαν.
- Παραδοθείτε αμέσως! Επανέλαβε.
- Παρτα τα αρχίδιαμ’ τσογλαν’ ! Το λιανοντούφεκο του Ζαχαριά κελάηδησε. Η σφαίρα χτύπησε τον ωραίο ανθυπολοχαγό στο στόμα και βγήκε απ τον αυχένα του. Νόμιζαν πως τον είδαν να πέφτει σε αργή κίνηση ενώ το λευκό χώμα βαφόταν κόκκινο.
- Μολών λαβέ μοναρχοφασίστες ! Ούρλιαξε ο Δάσκαλος κι άρχισε να θερίζει με το Μπρεν. Ο Αστραπόγιαννος απασφάλισε τη χειροβομβίδα και την έστειλε κατά τη μεριά που άκουσε να χλευάζουν πριν τη Μάρω. Βογκητά ακούστηκαν με την έκρηξη. Όλοι καλύφτηκαν όπου βρήκαν και σήκωσαν τα όπλα τους. Το πανηγύρι άρχισε!
- Βαράτε τους ! Φώναζε ο Δεκανάκος. Φάτε τους μη τους λυπάστε! Κι έριχνε αδιάκοπα.
- Πουστράκι ανέβα ρε αν είσαι άντρας! Ανέβα να μετρηθούμε ρε ! Έλεγε ο Αστραπόγιαννος.
- Στήσου και σου ρχόμαστε κάθαρμα! Είπε ο υπομοίραρχος.
- Καλή αντάμωση στη Κόλαση φαντάρια! Γέλαγε ο Τρελαντώνης.

Το τουφεκίδι τράβηξε ώρα. Οι αντάρτες είχαν το πλεονέκτημα της θέσης τους. Ψηλά και καλυμμένοι από το τείχος και τις πέτρες. Οι άλλοι μόνο τα δέντρα και τους θάμνους. Ένας με μπαζούκα πήγε να χτυπήσει τον Δάσκαλο στον πυργίσκο του αλλά δε καλύφθηκε καλά για να το κάνει κι ο Βάσιας τον ξάπλωσε με μια ανάμεσα στα φρύδια. Θα μπορούσες να πεις πως οι αντάρτες τους είχαν καθηλώσει τουλάχιστον για λίγο.
Ο Αστραπόγιαννος όμως δεν είχε αυταπάτες. Τα πυρομαχικά τους θα τελείωναν σύντομα κι αυτό θα ταν και το τέλος τους.
«Να μπορούσα μόνο να κανα κάτι να μη μου πάρουν το κεφάλι αυτά τα καθήκια» σκεφτότανε καθώς έβαζε τη τελευταία δεσμίδα στο σταγερ του «Κι ούτε ένα τελευταίο τσιγάρο δεν έχω να κάνω ο μαλάκας». Σ αυτή τη σκέψη χαμογέλασε.
Τότε είδε το Ζαχαριά να αφήνει μια φωνή και να πέφτει καθώς μια σφαίρα τον είχε βρει πισώπλατα! Φωνές και πυροβολισμοί ακούστηκαν από πίσω τους στο λόφο. Ο Πετρόμπεης και οι δικοί του είχαν κάνει τη γύρα ερχόντουσαν από πάνω τους! Αυτό ήταν… Τέλος.
Οι χωροφύλακες κι οι φαντάροι άφησαν ενθουσιώδεις κραυγές κι επιτέθηκαν . Τους είχαν στη μέγγενη.

Μαύρη, απύθμενη απελπισία κατέλαβε τον Αστραπόγιαννο. Γύρισε , όπλισε το οπλοπολυβόλο του κι όρμησε κατά τη μεριά του λόφου στη πλαγιά που βγάζε στη θάλασσα. Μια σφαίρα του ξυσε το κεφάλι, τα μάτια του πλημμύρισαν αίμα. Έτρεχε κι έριχνε στα τυφλά, στις σκιές που τον κύκλωναν περιμένοντας τη σφαίρα που θα τον έστελνε ανά πάσα στιγμή. Στο μεταξύ έτρεχε κι έριχνε. Οι σφαίρες σφύριζαν γύρω του αλλά οι πιο πολλοί απ τους χωριάτες έριχναν στο γάμο του καραγκιόζη. Ένιωσε ένα κάψιμο στη κοιλιά μα δε σταμάτησε. Έτρεχε κι έριχνε , ουρλιάζοντας σα λύκος.
- Πιάστε τον πάει κατά τη παραλία! Ρίχτε του! Ειπε κάποιος.
Χωρίς να καταλάβει πως και ποτέ, οι μπότες του χτύπησαν άμμο από κάτω τους. Είχε φτάσει στη θάλασσα.

Πίσω στο Κάστρο, η αυλαία έπεφτε. Ο Δάσκαλος προσπάθησε να στρέψει το Μπρεν στο λόφο. Μα η δεσμίδα είχε αδειάσει. Έκανε να την αλλάξει μα δεν ήταν αρκετά γρήγορος, δεν είχε εκπαιδευτεί να το κάνει. Ο Πετρόμπεης τον χτύπησε με το αμερικάνικο ντουφέκι του στην κλείδα κι όπως τινάχτηκε πίσω και κύλησε στο πλάι του ριξε κι άλλη μια στα πλευρά . Έσκυψε από πάνω του βγάζοντας το χασαπομάχαιρο.
- Σε φαγα κομούνι και τώρα θα πάρω και το κεφάλι σου! Είπε γλείφοντας τα χείλη του.
Ο Δάσκαλος έχωσε το χέρι του στη τσέπη του αμπεχόνου του κι έβγαλε μια μικρή αγγλική χειροβομβίδα. Την κράτουσε κρυφά απ όλους για την ύστατη στιγμή. Γιαυτην την στιγμή. Τράβηξε τη περόνη με τα δόντια.
- Τα παπάρια μου θα πάρεις φασιστόμουτρο! Έφτυσε. Ο Πετρόμπεης μόλις πρόλαβε να γουρλώσει τα μάτια πριν τιναχτούν και οι δυο στον αέρα.

Ο Τρελαντώνης και η Μάρω άοπλοι πια, με τις σφαίρες τους σωσμένες αναζήτησαν καταφύγιο στα τριγύρω χαλάσματα σφιχταγκαλιασμένοι. Ανώφελο. Οι εχθροί είχαν κατακλύσει ο Κάστρο. Ολόκληρος ο «εθνικός κορμός» ήταν εκεί καταπάνω τους . Πρώτη χτυπήθηκε η Μάρω χαμηλά στη μέση.
- Αντώνη μου με χτύπησαν! Βόγκηξε. Αυτός πήγε να βάλει το χέρι του σάμπως να την προστατέψει απ τις σφαίρες και τον χτύπησαν στη παλάμη κι ύστερα στον ώμο και στο θώρακα.
-
- Σ αγαπώ! Της φώναξε καθώς έτρωγε την τελευταία σφαίρα. Εκείνη χτυπήθηκε άλλες τρεις φορές στην πλάτη, ακούμπησε το κεφάλι της στη κοιλιά του όπως της άρεσε να κάνει κι έμεινε ξέπνοη. Εκείνος ζούσε ακόμα και της χάιδευε τα μαλλιά με τη ματωμένη του παλάμη. Ένιωσε μια κάνη να τον ακουμπά στο μέτωπο. Το μαντήλι του είχε φύγει.
- Ζει ο τσόγλανος! Να τον τελειώσω ; Άκουσε μια φωνή.
- Όχι, είπε μια άλλη, αυτόν να το πάμε στα κεντρικά.
Τον βούτηξαν σηκωτό. Όπως τον έπαιρναν μπόρεσε να χαϊδέψει τη Μάρω του μια φορά ακόμα.

Ο Βάσιας φαινόταν να χε εξαφανιστεί.
Πολλοί έτρεχαν στη παραλία να βρουν τον Αστραπόγιαννο. Το τουφεκίδι είχε πάψει.

Ο υπομοίραρχος πέρασε μπροστά απ το σώμα του Ζαχαριά και το κλότσησε.
- Μαζέψτε τούτο το ψοφίμι και βρείτε μου τον Αστραπόγιαννο και τον άλλο τον πόντιο! Διέταξε. Αυτοί είναι τα γαλόνια μου.
- Ούτε γω πια στα αλώνια ούτε και συ πουστ’ μι τα γαλόνια!
Φώναξε τότε ο Ζαχαριάς και του τη μπουμπούνισε στην κοιλιά με τη πιστολα πριν προλάβουν να τον κάνουν κόσκινο!

Ο Δεκανάκος που εκείνη τη στιγμή έλεγχε το μέρος κοντά στο γκρεμό, είδε τη σκηνή κι έκανε να πάει προς τα κει αλλά τότε πετάχτηκε απ το βράχο που κρυβόταν ο Βάσιας και τραβώντας τη κάμα απ το καϊς τον κάρφωσε χαμηλά στα πλευρά και τον έσπρωξε να γκρεμιστούν στο βάραθρο και δυο!
ΚΑΘΑΡΣΗ.

Με κάποιο τρόπο ο Αστραπόγιαννος είχε φτάσει στα βράχια εκεί που σκαγε το κύμα. Αίμα έτρεχε απ το κεφάλι και απ ην κοιλιά του. Οι διώκτες του τον πλησίαζαν αλλά πιθανότατα θα πέθαινε πριν τον σκοτώσουν… Ακούμπησε την πλάτη του στον υγρό βράχο. Τα θαλασσοπούλια έκρωζαν από πάνω του, ανέμελα απ την τρέλα των ανθρώπων.
«Πάρε με Λήθη..» σκέφτηκε. «Απάλλαξε με»
- Εσένα δε σου αξίζει η λήθη, είπε μια απαλή γυναικεία φωνή.
Σήκωσε το βλέμμα του. Έβλεπε καθαρά σα το αίμα να χε σταματήσει απότομα να κυλά. Ούτε την σφαίρα στη κοιλία του ένιωθε. Το αίσθημα της απέραντης γαλήνης είχε επιστρέψει. Το Αννιώ ήταν εκεί και του χαμογελούσε καθησυχαστικά. Το φορεμά της γίνονταν ένα με τη θάλασσα.
- Εντάξει, είπε, τα κατάφερες Γιαννάκη μου, πέρασες τη τελευταία δοκιμασία. Είσαι έτοιμος για κει που θα σε πάω.
- Δοκιμασία ;
- Απέδειξες τη πίστη στους φίλους σου. Έδειξες τελειωτικά την αγνότητα της καρδιάς σου..είσαι έτοιμος.
- Το βαλα στα πόδια… Τους άφησα εκεί…
- Απλά δεν ήθελες να δεις το θάνατο τους. Μέχρις εκεί έκανες ότι μπορούσες όμως. Κανείς δε σε κατηγορεί για τίποτα. Άλλωστε εγώ σε βοήθησα να φτάσεις ως εδώ..
- Είναι όλοι τους νεκροί τώρα;
Τον χάιδεψε στο μάγουλο… Τίποτα δεν ακούγονταν τώρα γύρω τους. Ο κόσμος όλος είχε μείνει έξω.
- Ο Γιος της Σκιάς θα ζήσει όπως σου είπα, το μονοπάτι του είναι διαφορετικό απ το δικό σου...Τους άλλους μπορεί εκεί που πάμε να τους ξαναδείς. Έλα… κλεισε τα μάτια.
Υπάκουσε. Τον έπιασε απ τους ώμους ελαφρά και τον σήκωσε. Τον σήκωσε. Τον σήκωσε κι άλλο. Έφευγαν τώρα. Το σώμα του δεν ειχε βαρύτητα. Πετούσαν. Χαμογελούσε σα παιδί. Όχι ο Αστραπόγιαννος..Ο Γιαννάκης. Στα πράσινα λιβάδια…
ΕΥΤΥΧΙΑ.
ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.

Το σώμα του Αστραπόγιαννου δε βρέθηκε ποτέ. Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως έπεσε στη θάλασσα για να μη πιαστεί ζωντανός.

Αφού δεν είχαν τον Αστραπόγιαννο έξω απ το σταθμό της χωροφυλακής εκτέθηκε το σώμα του Ζαχαριά ως «υπαρχηγού» πάνω σε μια σκάλα. Το θέαμα άλλωστε του γερο-κλέφτη με τη φουστανέλα και τα μακριά λευκά μαλλιά ήταν αρκούντως ικανοποιητικό για τις αθηναϊκές εφημερίδες. Ο Τρελαντώνης έζησε ως εκ θαύματος απ τα τραύματα του. Τον είχαν για «εις θάνατον» αλλά επειδή τύγχανε γόνος «καλής οικογενείας» έπεσαν λυτοί και δεμένοι και κατέληξε τελικά στη Μακρόνησο, στο τρίτο ΑΕΤΟ. Εκεί ακόμη κι οι φρουροί τον υπολόγιζαν .Με την , επίσης μυστηριώδη , εξαφάνιση του «αλαφροΐσκιωτου» ανιψιού του Πετρόμπεη , του Τζαννή, απ το μαντρί του πριν τη μάχη, δε κατάφεραν να τον συνδέσουν. Αργότερα το ΄60 και στη Μεταπολίτευση μπλέχτηκε σε διάφορες «σκοτεινές» υποθέσεις. Αλλά αυτό είναι μια άλλη τραγική ιστορία…

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΝΑΡΑΚΗΣ, ΛΑΡΙΣΑ ΜΑΗΣ 2017