Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Διακοσμητικός Στάθης


Τελικά το αριστερός κάποιοι το χρησιμοποιούν σαν διακοσμητικό επίθετο.


Διακοσμητικός Στάθης

  • Οσοι προερχόμαστε από την «Ελευθεροτυπία» δεν ξεχνάμε πως ο επιφανής γελοιογράφος έδωσε το 2011 πεισματικές μάχες για να αποτραπεί κάθε απεργιακός αγώνας ενάντια στη μονομερή στάση πληρωμών που είχε κηρύξει η εργοδοσία και πως, όταν ξεκίνησε τελικά η πολύμηνη απεργία μας, απηύθυνε με το ύστατο δημοσίευμά του δημόσιες ευχαριστίες στα αφεντικά, προτού καταφύγει στη φιλόξενη στέγη ενός νέου εργοδότη.



Τάσος Κωστόπουλος στην Εφημερίδα των Συντακτών


Περισσότερο από την τελική νίκη του Αλέξη Τσίπρα, η βασική είδηση των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου βρίσκεται στην πανωλεθρία της Λαϊκής Ενότητας, του πολιτικού σχηματισμού που φιλοδόξησε να εκφράσει τις εσωκομματικές αντιδράσεις για την υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Οι δύο αυτές πτυχές της λαϊκής ετυμηγορίας υπήρξαν άλλωστε όχι μόνο συμπληρωματικές αλλά και συνδέονται με οφθαλμοφανή αιτιώδη σχέση: στην πραγματικότητα, η ΛΑ.Ε. είχε συντριβεί πολύ προτού οι δυνητικοί ψηφοφόροι της επιλέξουν στη μεγάλη τους πλειοψηφία είτε την αποχή είτε, με βαριά καρδιά, τη στήριξη του αντιδεξιάς εκδοχής διαχειριστή των μνημονίων.

Οι λόγοι αυτής της προληπτικής κατάρρευσης δεν είναι δύσκολο να διαγνωστούν –και σίγουρα δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το βολικό επιχείρημα περί αποκλεισμού από τα ΜΜΕ, αφού η ΛΑ.Ε. λόγω συγκυρίας (πολυάριθμη κοινοβουλευτική ομάδα, κυβερνητική συμμετοχή, ρήξη σε κεντρικό επίπεδο, εκλογές) απόλαυσε τηλεοπτική προβολή που ούτε να διανοηθούν μπορούσαν οι παλιότερες αριστερές διασπάσεις, όπως το ΚΚΕ Εσωτερικού - Ανανεωτική Αριστερά του Γιάννη Μπανιά το 1987 ή το Νέο Αριστερό Ρεύμα που συγκροτήθηκε από την πλειοψηφία της ΚΝΕ και μερίδα ιστορικών στελεχών του ΚΚΕ το 1989-90.

Η αποτυχία ήταν δομική και οφειλόταν πάνω απ’ όλα στο προβληματικό μήνυμα που εξέπεμψε το νεοσύστατο κόμμα, την αδυναμία δηλαδή της ηγετικής του ομάδας να αποκρυπτογραφήσει αξιόπιστα τόσο το μήνυμα της 5ης Ιουλίου όσο και τις διαθέσεις του κοινωνικού της ακροατηρίου. Η ΛΑ.Ε. κατάφερε να διώξει πολλούς δυνητικούς ψηφοφόρους της επειδή αποποιήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της θετικής παρακαταθήκης του ΣΥΡΙΖΑ, αντιγράφοντας ταυτόχρονα πολλά απωθητικά χαρακτηριστικά της συντηρητικής μετεξέλιξής του των τελευταίων χρόνων.


Το κόμμα των Λαφαζάνη-Κωνσταντοπούλου απέτυχε (ή δεν θέλησε) να εκφράσει όχι μόνο όλο το πολιτικοϊδεολογικό εύρος της εσωκομματικής διαφωνίας με τη συνθηκολόγηση της 13ης Ιουλίου, αλλά ακόμη και τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό των αγώνων της προηγούμενης πενταετίας, σε χτυπητή αντίθεση με την πολυφωνική και μαχητική εικόνα που πρόβαλλε ο ανερχόμενος ΣΥΡΙΖΑ του 2006-2012.

Το τελικό προϊόν ήταν ένα άχαρο υβρίδιο που δεν συγκινούσε και δεν έπειθε κανέναν: ούτε πολιτική εκπροσώπηση των κοινωνικών αντιστάσεων του παρελθόντος και του μέλλοντος ούτε αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση για φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση. Αντ’ αυτών, προκρίθηκε ένας ρηχός κυβερνητισμός (περιορισμένος στην επαγγελία του εθνικού νομίσματος, δίχως οποιοδήποτε ταξικό πρόσημο) και η πρόταξη της εικόνας ενός «καλού ΣΥΡΙΖΑ» που συνεχίζει απλώς από εκεί που εγκατέλειψε τη μάχη ο Τσίπρας, δίχως την παραμικρή εξήγηση (ή έστω προβληματισμό) για τα δομικά αίτια της ήττας, πέρα από το βολικό -αλλά απολύτως ανεπαρκές- σχήμα της «προδοσίας».

Ταυτόχρονα, στην προεκλογική καμπάνια της ΛΑ.Ε. αναβίωσαν όλες οι προβληματικές πλευρές του ύστερου ΣΥΡΙΖΑ:

● Επιφανειακοί (αλλά μη πειστικοί) καθησυχαστικοί τόνοι για τις συνέπειες της υποσχόμενης ρήξης.

● Αποφυγή προγραμματικών διακηρύξεων που θίγουν αντικειμενικά κάποιες επιμέρους κοινωνικές ομάδες.

● Στρουθοκαμηλικός εξορκισμός όσων κοινωνικών ή ιδεολογικών αντιθέσεων θεωρήθηκε ότι λειτουργούσαν ανταγωνιστικά προς το κεντρικό μήνυμα, ακόμη κι όταν εκείνες (όπως στην περίπτωση του προσφυγικού) κυριαρχούσαν στην επικαιρότητα.

● Παλαιοκομματικές προσωπικές στρατηγικές, σε γκροτέσκο ενίοτε βαθμό: ενώ το έντυπο προεκλογικό υλικό του κόμματος περιοριζόταν σε μια τετρασέλιδη προκήρυξη, στο μετρό μοιραζόταν πολυτελές 32σέλιδο βιβλιαράκι προσωπικής προβολής της τέως προέδρου της Βουλής με την υπογραφή «Φίλοι της Ζωής Κωνσταντοπούλου»!

● Πολιτική, τέλος, «προσωπικοτήτων» και όχι μαζικού κινήματος, με παραγκωνισμό των ριζοσπαστικότερων φωνών προς όφελος «αναγνωρίσιμων» φυσιογνωμιών δίχως αγωνιστικές περγαμηνές και παραγόντων προερχόμενων από την ευρύτερη εθνικοφροσύνη, ακόμη και την Ακροδεξιά.

Η συγκρότηση των ψηφοδελτίων συμπύκνωσε με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο αυτές τις παθογένειες. Ηγετικά στελέχη της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, πρωταγωνιστές της διάσπασης του καλοκαιριού, εξοβελίστηκαν σε εμφανώς μη εκλόγιμες θέσεις˙ το ίδιο αθέατες κατέστησαν και οι λιγοστές κινηματικές προσκτήσεις από όμορους χώρους.

Το χαρακτηριστικότερο μήνυμα το εξέπεμψε η εμβληματική σύσταση του ψηφοδελτίου Επικρατείας: στη δεύτερη θέση, μετά τον παλαίμαχο (και αμφιταλαντευόμενο) Μανώλη Γλέζο, τοποθετήθηκε όχι κάποιο ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς ή του κοινωνικού κινήματος, αλλά ένας γελοιογράφος του συγκροτήματος Χατζηνικολάου, των «Επικαίρων» και του «Εφοπλιστή» (Στάθης Σταυρόπουλος), η επιλογή του οποίου γεννά μάλλον δυσάρεστους συνειρμούς για τη σχέση του εγχειρήματος με τις κοινωνικές αντιστάσεις.


Οσοι προερχόμαστε από την «Ελευθεροτυπία» δεν ξεχνάμε πως ο επιφανής γελοιογράφος έδωσε το 2011 πεισματικές μάχες για να αποτραπεί κάθε απεργιακός αγώνας ενάντια στη μονομερή στάση πληρωμών που είχε κηρύξει η εργοδοσία και πως, όταν ξεκίνησε τελικά η πολύμηνη απεργία μας, απηύθυνε με το ύστατο δημοσίευμά του δημόσιες ευχαριστίες στα αφεντικά, προτού καταφύγει στη φιλόξενη στέγη ενός νέου εργοδότη.

Αλλά και μεταξύ όσων αγνοούν αυτή την εύγλωττη μικροϊστορία, υπάρχουν χιλιάδες πρώην φοιτητές που θυμούνται πως, όταν στις 8 Μαρτίου 2007 τους τσάκιζαν στο Σύνταγμα τα ΜΑΤ του Καραμανλή, ο εκλεκτός της ΛΑ.Ε. αναπαρήγε στο σκίτσο του αυτούσια την τότε κυβερνητική προπαγάνδα για τους «τζάμπα μάγκες κουκουλοφόρους» που «μόλυναν» τα εθνικά ιερά και όσια του Αγνωστου Στρατιώτη.

Μικρολεπτομέρειες; Ενδεχομένως. Οπως όμως διδάσκει η πρόσφατη εμπειρία (και τραγωδία) του ΣΥΡΙΖΑ, ο δρόμος για μια μεγάλη συνθηκολόγηση περνά συνήθως από την ανοχή σε πολλές μικρές, «πραγματιστικές» διευθετήσεις...