Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΥΛΟ




Γύρω στο ’89 έκανε την τελευταία σοβαρή προσπάθεια απεγκλωβισμού. Φαινόταν να τα χε καταφέρει. Ο φίλος του, τραγουδιστής Κώστας Τουρνάς, αναφέρει πως ο Παύλος για ένα διάστημα έδινε την αίσθηση ανθρώπου ξαναγεννημένου.



Γράφει ο Βασίλης Φαναράκης


«Πρέζες υπάρχουνε πολλές, η μόνη διαφορά είναι ότι η ηρωίνη σκοτώνει»
Παύλος Σιδηρόπουλος , Εν Λευκώ.

25 χρόνια απουσίας… κι όμως είναι ακόμα εδώ. Ναι ντάξει είναι πολύ κλισέ, αλλά ο Παύλος Σιδηρόπουλος  όντως συνεχίζει να ζει μέσα απ τα τραγούδια του. Φαίνεται ότι οι στίχοι του έχουν ακόμη πολλά να πούνε σε πολλούς.
Αλλά ποιος ήταν πραγματικά ο Παύλος Σιδηρόπουλος ; Πόσο δύσκολο είναι να αναζητήσεις και να βρεις τον άνθρωπο πίσω απ τον μύθο;  Ήταν ο «Έλληνας Μόρισσον» ; Ένας διάττων αστέρας του ροκ που κάηκε πρόωρα ; Αν μπορούσαμε να του το πούμε το πιθανότερο είναι πως θα σκάγε κείνο ειρωνικό χαμογελάκι που τον χαρακτήριζε.
Τον Παύλο βλέπεις  δεν τον ενδιέφερε να ναι απλά ένας «αστέρας του ροκ» .Τον ενδιέφερε το ίδιο το ροκ. Το ροκ το ελληνικό, που σε αυτόν και στον Πουλικάκο τα οφείλει όλα. Αλλά ο Παύλος ήταν κάτι πολύ περισσότερο από «καθαρόαιμος» ροκάς .Ήταν πρώτα απ όλα ένα άτομο βαθιά συνειδητοποιημένο  και με προβληματισμούς πάνω  σε ζητήματα που την εποχή εκείνη δεν ήθελε συζητά κανείς.

Για όσους δε το γνωρίζουν ο Παύλος ήταν ανιψιός της ποιήτριας κι αγωνίστριας Έλλης Αλεξίου και προερχόταν από μια οικογένεια αριστερή κι ανοιχτόμυαλη για την εποχή της, η οποία τον μπόλιασε με μόρφωση ,ευαισθησία και μια διάθεση αμφισβήτησης των κατεστημένων καταστάσεων. Ήδη απ τα πρώτα του μουσικά βήματα την εποχή της χούντας (με το συγκρότημα «Μπουρμπούλια»)είχε μπει στο στόχαστρο της Ασφάλειας ενώ αργότερα, με την πτώση της δικτατορίας, ολοφάνερα επηρεασμένος και απ τη σχέση του με την ποιήτρια και δραστήριο στέλεχος της ΚΝΕ, Γιόλα Αναγνωστοπούλου(τον μεγάλο και εν τέλει καταστροφικό, έρωτα της ζωής του) ,συμμετείχε στο μουσικό πρόγραμμα του Γιάννη Μαρκόπουλου χαρίζοντας τη φωνή σε αξέχαστα πολιτικά τραγούδια όπως τον «Ηλεκτρικό Θησέα».

Όμως ο επαναστατικός ενθουσιασμός που συνεπήρε τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» στις πρώτες ημέρες της μεταπολίτευσης,  δε θα αργήσει να βαλτώσει. Το ’77 με μια συγκλονιστική επιστολή παραίτησης στην οποία εκφράζεται όλη η πικρία για τα αδιέξοδο των «επαναστατών χωρίς επανάσταση», η Γιόλα Αναγνωστοπούλου ο Βαγγέλης Βλουμίδης κι η Ελισάβετ Απταλίδου αποχωρούν απ την ΚΝΕ κι ο Παύλος τους ακολουθεί. Πολύ σύντομα αυτή η απογοητευμένη και «ιδεολογικά ορφανή» παρέα θα ανέβει το «Ρούπελ της άσπρης σκόνης», όπως έλεγε χαρακτηριστικά η Γιόλα, και θα χαθεί στα μονοπάτια του λευκού θανάτου. Οι άλλοτε λαμπεροί ήρωες του Πολυτεχνείου θα καταντήσουν αξιολύπητοι χρήστες… Όταν το ’79  κυκλοφορεί ο εμβληματικός για την ελληνική ροκ σκηνή, δίσκος «Φλου», ο Παύλος έχει ήδη πέσει στο μαύρο δίχτυ της εξάρτησης  όπως αυτή εκφράζεται στους στίχους της «Ώρας του Stuff»…

Η αυτοκαταστροφική σχέση του Παύλου με τις ουσίες είναι λίγο-πολύ γνωστή. Αυτό που ίσως δεν είναι και τόσο γνωστό είναι ο αγώνας που έδωσε εναντίον τους τόσο σε προσωπικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Ο Παύλος είχε καταλάβει από νωρίς πως η ηρωίνη ήταν μια απειλή για ολόκληρη την νεολαία.To άλμπουμ του 1982 «Εν Λευκώ» , που τόσες αντιδράσεις προκάλεσε, ήταν μια σαφής προειδοποίηση πως η αρρώστια ,αν δεν περιοριστεί, γρήγορα  θα γίνει μάστιγα. Πρόβλεψη που επιβεβαιώθηκε ολοκληρωτικά  στην εποχή της δικής μου  γενιάς, στα τέλη της δεκαετίας  του ’90 , αρχές 2000 όταν οι θάνατοι από ναρκωτικά έφτασαν τους 200-300 κάθε χρόνο. Ο Παύλος επίσης ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που μίλησε για τη χορήγηση μεθαδόνης στους χρήστες, το μοίρασμα καθαρών βελόνων στα στέκια των τοξικομανών ,ζήτησε να γίνονται τακτικοί έλεγχοι για το AIDS και δε δίστασε να καταγγείλει τους ναρκοεμπόρους της πλατείας Εξαρχείων με ονόματα και διευθύνσεις. Τότε βέβαια οι διάφοροι ψευτο-επαναστάτες και δήθεν «αναρχικοί» του κόλλησαν τη ταμπέλα του «γραφικού», τον αποκαλούσαν περιφρονητικά «τελειωμένο» πίσω απ τη πλάτη του, ενώ όταν το ’86 συμμετείχε στην καμπάνια του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς ενάντια στα ναρκωτικά, έσπευσαν να τον καταγγείλουν και ως ξεπουλημένο, διαδίδοντας μέχρι κι αθλιότητες του τύπου «ο Σιδηρόπουλος τα πήρε απ το υπουργείο προκειμένου να εξασφαλίσει τη δόση του» ! Είναι ίδιοι τύποι που μετέπειτα  έχυναν κροκοδείλια δάκρυα για το «σύντροφο που χάθηκε απ την πρέζα»…

Στο καθαρά ατομικό επίπεδο, οι προσπάθειες που έκανε ο Παύλος επί αρκετά χρόνια για να ξεφύγει απ το δεσμά του «Λευκού Βασιλείου» ήσαν πολλές κι απεγνωσμένες αλλά με εξαίρεση τη μάνα του, την κυρά-Τζένη, την οποία υπεραγαπούσε, δεν υπήρχε κανείς να του συμπαρασταθεί πραγματικά κι η απεξάρτηση εκείνες τις εποχές,  χωρίς την ύπαρξη οργανωμένων κοινοτήτων, δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Πάνω που στη ζωή του φώτιζε λίγο, το σκοτάδι ξανάπεφτε  κάθε φορά πυκνότερο. Γύρω στο ’89 έκανε την τελευταία σοβαρή προσπάθεια απεγκλωβισμού. Φαινόταν να τα χε καταφέρει. Ο φίλος του, τραγουδιστής Κώστας Τουρνάς, αναφέρει πως ο Παύλος για ένα διάστημα έδινε την αίσθηση ανθρώπου ξαναγεννημένου. Αλλά δεν ήταν γραφτό του να ξεφύγει. Το Μάρτιο του 1990 πεθαίνει η μητέρα του, ο μόνος πραγματικά κοντινός του άνθρωπος, κι ο Παύλος, απελπισμένος, σπρώχνεται και πάλι στην άβυσσο. Το φθινόπωρο ένα λάθος σουτάρισμα παραλύει το δεξί του χέρι. Πλέον δε θα  μπορεί ούτε τη κιθάρα του να κρατήσει. Η απόλυτη ήττα. Φθάνει ο μαύρος Δεκέμβρης του ’90.Ο Παύλος πλέον δε μπορεί να τραγουδήσει, δεν έχει τίποτα άλλο να δώσει. Σέρνεται στη μικρή πλατεία της οδού Κυπριάδου αγκαλιάζοντας ένα δέντρο σα να θέλει να ριζώσει κι ο ίδιος στη γη λίγες ώρες μετά στο καναπέ της Γιόλας παίρνει το μοιραίο φιξάκι. Αυτοκτονία ; Ίσως… Σημασία έχει πως «σε μια χώρα ιμιτασιόν πέθανε κάτι ορίτζιναλ».