Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Όχι πια μόνο οι μισθωτοί, όχι πλέον οι φτωχότεροι Άρθρο του υπουργού Εργασίας, Γιώργου Κατρούγκαλου, στη «Ν»




  • Αν προβλέπαμε άλλο ποσοστό για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ή άλλη βάση υπολογισμού, θα ήταν σαν να θέλαμε να επιδοτούν οι εισφορές των μισθωτών τις συντάξεις των τελευταίων. Αρκετά όμως δεν έσυραν το κάρο, ειδικά του φορολογικού συστήματος, αυτοί που τίποτα δεν μπορούν να κρύψουν και που, σίγουρα, δεν αποτελούν τους προνομιούχους της κοινωνίας μας; Επειδή δε οι εισφορές θα υπολογίζονται στο πραγματικό εισόδημα, με τη μεταρρύθμιση εισάγεται ένα στοιχείο αναδιανομής και στο εσωτερικό κάθε κλάδου ελεύθερων επαγγελματιών/επιστημόνων. Οι πλουσιότεροι επιβαρύνονται περισσότερο, οι πιο αδύναμοι λιγότερο.


Από την έντυπη έκδοση της naftemporiki.gr

Του Γιώργου Κατρούγκαλου
Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Οι εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών-επιστημόνων είναι στο προσκήνιο της επικαιρότητας τις τελευταίες μέρες. Δεν πρόκειται για ένα εύκολο θέμα. Καταρχήν, πρόκειται για έναν κλάδο που είναι ταξικά διαστρωματωμένος εξαιρετικά ανομοιόμορφα. Περιλαμβάνει πραγματικούς πνευματικούς προλετάριους, ιδίως στις νέες γενιές, μεσαία στρώματα και μεγαλοαστούς. Μέχρι σήμερα η ασφαλιστική μεταχείριση αυτών των εντελώς ανόμοιων κατηγοριών ήταν ισοπεδωτική. Το παλαιό σύστημα εισφορών δεν εξέταζε το πραγματικό εισόδημα, αλλά κατέτασσε ισοπεδωτικά σε ασφαλιστικές κλάσεις με μοναδικό κριτήριο τον χρόνο στο επάγγελμα.

Με αυτόν τον τρόπο, όπως προκύπτει από τον πίνακα 1, η ασφαλιστική επιβάρυνση ως ποσοστό επιβάρυνσης του δηλωθέντος εισοδήματος ήταν αντίστροφα προοδευτική: πολύ μεγαλύτερη για τα μικρά εισοδήματα, έως 10.000 ευρώ τον χρόνο, που όπως θα δούμε στη συνέχεια αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του κλάδου, ελάχιστη για τα πολύ μεγάλα εισοδήματα. Ετσι, για την πρώτη κατηγορία η επιβάρυνση φτάνει σήμερα στο 30,21% του εισοδήματος, ενώ για όσους κερδίζουν πάνω από 60.000 ευρώ τον χρόνο είναι μόλις 5,22% και για όσους κερδίζουν πάνω από 100.000 ευρώ ακόμη μικρότερη, 1,84%.


Οι προβλέψεις του κυβερνητικού προσχεδίου θέλουν να αντιστρέψουν το ταξικό πρόσημο αυτού του άδικου συστήματος, που οδηγεί σε αρνητική αναδιανομή, από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους. Δεν αυξάνει τα ισχύοντα ποσοστά αναπλήρωσης, αλλά υπολογίζει τις εισφορές στη βάση του πραγματικού εισοδήματος, σε εκτέλεση των βασικών αρχών του νόμου, που είναι και θεμελιώδεις αρχές της Αριστεράς: ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Ισότητα γιατί για πρώτη φορά μισθωτοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, αυτοαπασχολούμενοι, έμποροι και αγρότες θα παίρνουν σύνταξη βάσει των ίδιων κανόνων, τόσο για τον υπολογισμό των εισφορών (20% του πραγματικού εισοδήματος για την κύρια σύνταξη) όσο και για τον ορισμό της σύνταξης (ενιαίο ποσοστό αναπλήρωσης για όλους, υπολογισμένο με βάση το μέσο εισόδημα όλου του εργασιακού βίου).






Κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί, με την εθνική σύνταξη και την πρόβλεψη προνομιακών κανόνων για τα μικρά εισοδήματα, το νέο σύστημα είναι κοινωνικά μεροληπτικό υπέρ των αδυνάμων, με έντονα στοιχεία αναδιανομής. Οσοι έχουν εισόδημα κάτω από 12.000 ευρώ είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της μεταρρύθμισης και αυτό αφορά και στις εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών. Αυτοί, και μάλιστα όσοι έχουν εισόδημα κάτω και από 10.000 ευρώ, αποτελούν, όπως προκύπτει από τον επόμενο πίνακα (πίνακας 2), τη συντριπτική πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών-επιστημόνων.

Το ότι θα πρέπει να υπολογίζεται στη βάση του πραγματικού εισοδήματος η εισφορά των ελεύθερων επαγγελματιών αποτελεί αναγκαιότητα, μια που εντάσσονται πλέον σε έναν ενιαίο φορέα με τους μισθωτούς, των οποίων οι εισφορές υπολογίζονται με ποσοστό 20% επί ενός μεγέθους που δεν μπορεί να κρυφτεί ή να αλλοιωθεί: το μισθό τους.

Αν προβλέπαμε άλλο ποσοστό για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ή άλλη βάση υπολογισμού, θα ήταν σαν να θέλαμε να επιδοτούν οι εισφορές των μισθωτών τις συντάξεις των τελευταίων. Αρκετά όμως δεν έσυραν το κάρο, ειδικά του φορολογικού συστήματος, αυτοί που τίποτα δεν μπορούν να κρύψουν και που, σίγουρα, δεν αποτελούν τους προνομιούχους της κοινωνίας μας; Επειδή δε οι εισφορές θα υπολογίζονται στο πραγματικό εισόδημα, με τη μεταρρύθμιση εισάγεται ένα στοιχείο αναδιανομής και στο εσωτερικό κάθε κλάδου ελεύθερων επαγγελματιών/επιστημόνων. Οι πλουσιότεροι επιβαρύνονται περισσότερο, οι πιο αδύναμοι λιγότερο.






Και οι δικαιότεροι όμως κανόνες επιδέχονται διόρθωση για να μην καταλήγουν σε ανεπιεική αποτελέσματα. Για παράδειγμα, οι νέοι επιστήμονες με την απαρέγκλιτη εφαρμογή του νέου συστήματος θα είχαν σε ορισμένους κλάδους, όπως οι δικηγόροι, επιβάρυνση, γιατί υπάρχει σήμερα ειδική μεταχείριση για όσους είναι λιγότερο από πέντε έτη στο επάγγελμα. Στις υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες, επίσης, η σωρευτική ασφαλιστική και φορολογική επιβάρυνση θα κατέληγε σε ανεπιεικές, σε μερικές περιπτώσεις σε οιονεί δημευτικό αποτέλεσμα. Δεν μπορούμε, επίσης, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα, στην παρούσα κατάσταση φορολογικής ανομίας υπάρχει ο κίνδυνος να τιμωρηθούν οι συνεπείς και ευσυνείδητοι φορολογούμενοι, προς όφελος όσων φοροδιαφεύγουν.

Για τον σκοπό αυτό το υπουργείο Εργασίας, σε συνεργασία με τις οργανώσεις των ελεύθερων επαγγελματιών και επιστημόνων, θα πάρει τα αναγκαία μέτρα. Ηδη προσανατολιζόμαστε στο να επεκτείνουμε και στους νέους επιστήμονες την ειδική κατώτερη ασφαλιστική κλάση που προβλέπεται για τους αγρότες και με τους ίδιους χαμηλούς συντελεστές.

Σκεφτόμαστε, επίσης, να εφαρμόσουμε και έναν «κόφτη» στην ασφαλιστική επιβάρυνση, κλιμακούμενο ανά εισοδηματική κατηγορία, ούτως ώστε να συνεχίζει να επιτυγχάνεται η αναδιανεμητική λειτουργία του νέου συστήματος χωρίς αδικίες και ανεπιεική αποτελέσματα.

Είμαστε σε συνεχή διάλογο με την κοινωνία και ανοιχτοί σε κάθε δημιουργική πρόταση. Ενα μόνον δεν θα ανεχθούμε: να την πληρώσουν και πάλι οι φτωχοί, οι αδύναμοι και τα συνήθη υποζύγια.