Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Η σάτιρα και τα όριά της (εξαιρετικό) - του Νίκου Σαραντάκου



Η παρεξήγηση των σκίτσων δεν θα υπήρχε αν ο αναγνώστης γνώριζε τον τρόπο σκέψης του σκιτσογράφου.Πόσες φορές δεν την έχουμε πατήσει από ανυπόγραφα σκίτσα που αλλιώς ερμηνεύονται αν ξέραμε ότι ο σκιτσογράφος προέρχεται από τον ακροδεξιό χώρο;...ίσως γιαυτό είναι ανυπόγραφες πολλές φώτο που διακινούν αυτοί οι κύκλοι,πόση σημασία θα δίναμε σε μια φώτο αν είχε την υπογραφή του Μουρούτη:
Καλώς η κακώς το διαδίκτυο απευθύνεται και σε ανυποψίαστους αλλά δεν μπορούμε να ρίξουμε την ευθύνη στον σκιτσογράφο.Σίγουρα πάντως χρειάζεται εκπαίδευση για να ανταποκριθείς στους (κινδύνους) του διαδικτύου και μην ξεχνάμε ότι αντίστοιχα μηνύματα περνάει και η απέναντι πλευρά.
Είναι σαν το σοκ που πάθαινε κάποιος φίλος μας όταν από περιέργεια διάβαζε το περιοδικό Βαβέλ που έβρισκε στο φοιτητικό μας δωμάτιο.


Αξίζει να παρακολουθήσετε και τον σχολιασμό που υπάρχει τόσο στο ιστολόγιο του Νίκου όσο και στην προσωπική του σελίδα στο facebook

Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος στο Οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία

Κάπως αθόρυβα, διότι έπεσε στο τέλος του γιορταστικού δωδεκάμερου, αλλά κι επειδή από τότε έχουν συμβεί άλλα κι άλλα, συμπληρώθηκε πριν από μια βδομάδα ένας χρόνος από το μακελειό στο Σαρλί Εμπντό, όταν δυο τρελαμένοι ισλαμοφασίστες μπήκαν στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού και εκτέλεσαν όσους βρήκαν μπροστά τους, ανάμεσά τους τον Σαρμπ, τον διευθυντή του περιοδικού, τον Βολίνσκι, μια από τις κορυφαίες μορφές της γαλλικής γελοιογραφίας, και άλλους, που το μόνο έγκλημά τους ήταν ότι συμμετείχαν στην έκδοση ενός περιοδικού που με τη σάτιρά του ενοχλούσε.

Από τότε, κύλησε πολύ αίμα στο αυλάκι, με αποκορύφωμα τις φονικές επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου, ενώ στο δεύτερο μισό της περασμένης χρονιάς είχαμε την όξυνση της προσφυγικής κρίσης και τη συνακόλουθη εκμετάλλευσή της από πολιτικάντες και ακροδεξιά κινήματα -που ταυτίζουν πρόσφυγες με τζιχαντιστές. Στο μεταξύ το περιοδικό, αφού πρόσκαιρα έγινε αντικείμενο ειλικρινούς τιμής από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και ξεδιάντροπης καπηλείας από πολιτικούς ηγέτες, αφού πούλησε ένα τεύχος σε αστρονομικό τιράζ, διέκοψε την έκδοσή του για κάμποσο καιρό, προσπάθησε να επουλώσει τις πληγές του και ξανάρχισε να εκδίδεται -και να ενοχλεί.

Για να τιμήσει τον ένα χρόνο από το μακελειό, το περιοδικό κυκλοφόρησε με ένα άσεβο εξώφυλλο, στο οποίο παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο με μακριά γενειάδα, τρελό βλέμμα και ματωμένα ράσα, ολοφάνερα τον Θεό, οπλισμένο με καλάσνικοφ, να τρέχει, και με τη λεζάντα «Ο δολοφόνος παραμένει ασύλληπτος» (L’assassin court toujours, κατά λέξη: τρέχει πάντοτε).


Διαμαρτυρήθηκαν κάποιοι για το εξώφυλλο αυτό, αλλά όχι πολλοί και όχι πολύ. Αντίθετα, ένα σκίτσο του επόμενου (θαρρώ) τεύχους έχει προκαλέσει μεγάλο θόρυβο.

Θα το παρουσιάσω στη συνέχεια και θα ζητήσω τη γνώμη σας, αν και κάποιοι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου ήδη έκαναν χτες λόγο για το σκίτσο, με σχόλιά τους στο χτεσινό άρθρο, και εξέφρασαν τη γνώμη τους -διότι, είπαμε, η υπόθεση συζητιέται πολύ. Με τα δόντια τούς κράτησα να μην δώσουν συνέχεια στη συζήτηση αφού είχα σκοπό να το συζητήσουμε σήμερα -και τους ευχαριστώ για την αυτοσυγκράτηση που έδειξαν.

Το επίμαχο σκίτσο είναι το εξής:


Πάνω-πάνω η λέξη «Μετανάστες» (Migrants) και από κάτω η ερώτηση:

Τι θα γινόταν ο μικρός Αϊλάν αν [δεν είχε πνιγεί και] είχε μεγαλώσει;

Θα χούφτωνε γυναίκες στη Γερμανία.

(Fesses είναι τα οπίσθια στα γαλλικά, tripoter θα πει πασπατεύω. Θα μπορούσαμε να το πούμε και μονολεκτικά: εφαψίας).

Ο μικρός Αϊλάν είναι βέβαια ο Αϊλάν Κουρντί, το τρίχρονο προσφυγόπουλο από το Κομπανέ της Συρίας, που η φωτογραφία με το άψυχο κορμί του να το έχει ξεβράσει η θάλασσα στην ακρογιαλιά του Μποντρούμ, στην Τουρκία, συγκλόνισε -αν και πρόσκαιρα- όλη την Ευρώπη τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε. Άλλωστε ο σκιτσογράφος, ο Riss, φροντίζει να μας το θυμίσει, ζωγραφίζοντας στην επάνω αριστερή γωνία του σκίτσου μια σκηνή πολύ όμοια με τη μακάβρια πασίγνωστη φωτογραφία.

Όσο για το χούφτωμα γυναικών στη Γερμανία, εννοείται φυσικά η πολύκροτη πλέον μαζική σεξουαλική επίθεση σε γυναίκες το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς στην Κολωνία, επιθέσεις που αποδόθηκαν σε μουσουλμάνους μετανάστες ή πρόσφυγες.

Όπως είπα, το σκίτσο ξεσήκωσε θύελλα επικριτικών αντιδράσεων. Πολλοί το χαρακτήρισαν ρατσιστικό (καναδυό μάλιστα «ρατσιστικό εμετό»), ακόμα περισσότεροι κακόγουστο ή απάνθρωπο, ενώ κάποιοι θεώρησαν ότι το περιοδικό θα έπρεπε να διωχθεί ποινικά, είτε αυτεπάγγελτα είτε με μήνυση του χαροκαμένου πατέρα.

Κατά τη γνώμη μου, το σκίτσο κάθε άλλο παρά ρατσιστικό είναι. Είναι σαρκαστικό, αλλά λειτουργεί σε δεύτερη ανάγνωση. Με μια επιφανειακή ματιά, θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι πράγματι το περιοδικό υιοθετεί τον ακραίο αντιπροσφυγικό λόγο. Όμως, ένα από τα πιο παλιά τεχνάσματα της σάτιρας είναι να κάνεις πως υιοθετείς την επιχειρηματολογία που θέλεις να χτυπήσεις, ακριβώς για να τη σαρκάσεις -την υιοθετείς βέβαια παρωδημένη, και μάλιστα στην ακραία μορφή της, όπως εδώ, που ένα τρίχρονο αγόρι παρουσιάζεται ύποπτος σεξουαλικής επίθεσης. Αυτό είναι πάγια παράδοση του Σαρλί Εμπντό ειδικά και της γαλλικής σάτιρας γενικότερα.

Αν το σκεφτούμε λίγο περισσότερο, θα δούμε καθαρά ότι το σκίτσο σαρκάζει ανελέητα τον Ευρωπαίο ξενόφοβο «νοικοκυραίο» και τον αντιπροσφυγικό πανικό του που αποδεικνύει υποκριτική τη συγκίνησή του για τον πνιγμό του Αϊλάν. Σαρκάζει όλους εκείνους που είχαν δακρύσει τον Σεπτέμβριο με τον Αϋλάν και μετά είπαν τον Νοέμβριο «ορίστε, είναι ξέφραγο αμπέλι η Ελλάδα και περνάνε οι τζιχαντιστές μαζί με τους πρόσφυγες», εκείνους που λέγανε «μα κι αυτοί, τι πάνε και πνίγονται μέσα στον χειμωνα και δεν κάθονται στη χώρα τους να πολεμήσουν;», εκείνους που κλείνουν σύνορα και συλλαμβάνουν εθελοντές. (Κάτι τέτοιο είχε πει και ο Έλληνας πρωθυπουργός, για τα νεκρά παιδιά που προκαλούν σε όλους θλίψη, αλλά όσα προσφυγόπουλα επιζήσουν δεν ειναι συμπαθή).

Πολλοί συμφωνούν (ίσως αφού τους το εξηγήσει κάποιος) ότι το σκίτσο δεν είναι ρατσιστικό, δέχονται ότι στόχος είναι η υποκρισία των Ευρωπαίων, αλλά και πάλι επιμένουν ότι είναι άτοπο ή απάνθρωπο ή ανυπόφορα σκληρό να χρησιμοποιείς τον θάνατο ενός μικρού παιδιού σαν όχημα για τον σαρκασμό σου, έστω κι αν ο στόχος είναι θεμιτός. Στο θέμα αυτό, η καθιερωμένη απάντηση, που όμως ισχύει σε γενικές γραμμές, είναι ότι η σάτιρα δεν έχει ταμπού, δεν έχει όρια, δεν γνωρίζει ιερά θέματα. Ειδικά το Σαρλί Εμπντό από τα πρώτα του χρόνια κάνει ανευλαβή και ανελέητη σάτιρα στα πάντα, και στο προηγούμενο άρθρο μας παρέθεσα μερικά βίαια, άσεβα και προκλητικά εξώφυλλά του. Και, όπως όλοι ξέρουμε, το έχει πληρώσει -και με αίμα.

Τρίτη ένσταση για το επίμαχο σκίτσο, που έχει εκφραστεί από κάποιους που δέχονται ότι το σκίτσο είναι σαρκαστικό και όχι ρατσιστικό (παράδειγμα) είναι ότι το σκίτσο επιδέχεται παρερμηνείες. Δεν νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό είναι ισχυρό -είναι σαν να λέμε σε έναν λογοτέχνη να μη χρησιμοποιεί πολύ δύσκολες λέξεις ή να εγκαταλείψει το υπαινικτικό ύφος. Και είναι και θέμα προσωπικό του κάθε δημιουργού. Αν το σκίτσο το έκανα εγώ (αλλά ούτε ιδέες έχω, ούτε το χέρι μου πιάνει), μπορεί να διάλεγα να ζωγραφίσω έναν ευτραφή νοικοκυραίο, καθηλωμένον στον καναπέ, να βλέπει στην τηλεόραση για τα συμβάντα στην Κολωνία και να φωνάζει στο έτερον ήμισυ (που μαγειρεύει στην κουζίνα): «Είδες μ’ αυτόν τον προκομμένο τον Αϋλάν, που έκλαιγες; Αν δεν είχε πνιγεί, τώρα θα χούφτωνε κι αυτός Γερμανίδες στην Κολωνία!» Το ίδιο ακριβώς μάς λέει το σκίτσο του Ρις, αλλά με τον δικό του τρόπο.

Υπάρχει και μια άλλη ένσταση -ότι το χιούμορ σε βάρος των καταπιεσμένων, των αδύνατων, είναι εξ ορισμού καταδικαστέο ακόμα κι αν έχει «μη ταπεινά ελατήρια». Δεν είναι εντελώς αβάσιμο αυτό το επιχείρημα, αλλά νομίζω ότι δεν ταιριάζει στο συγκεκριμένο σκίτσο -περισσότερο θα ταίριαζε στις γελοιογραφίες του Μωάμεθ.

Τελευταία ένσταση: δεκτά όλα τα άλλα, αλλά το σκίτσο αυτό είναι κακόγουστο, χυδαίο. Αυτό το δέχομαι, αλλά είναι υποκειμενικό θέμα, ο καθένας έχει τα όριά του. Αλλά όποιος σοκάρεται ή αηδιάζει ή ενοχλείται, μπορεί θαυμάσια να μην διαβάζει το περιοδικό -άλλωστε δεν έχει συμπεριληφθεί στη διδακτέα ύλη των σχολείων ώστε να είναι κάποιοι αναγκασμένοι να το διαβάζουν.

Ο Ρις έχει δημοσιεύσει κι άλλα σκίτσα για πνιγμένα παιδιά, και ειδικά για τον Αϊλάν.

Στο πρώτο αριστερά, που είναι από την εποχή του πνιγμού του τον Σεπτέμβριο, η λεζάντα λέει «Τόσο κοντά στο τέρμα…/στον στόχο» και η πινακίδα γράφει: Προσφορά: 2 παιδικά μενού στην τιμή του ενός. Στο δεύτερο σκίτσο, έχει τον Χριστό να βαδίζει πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας και η λεζάντα λέει: Η απόδειξη ότι η Ευρώπη είναι χριστιανική: Οι Χριστιανοί περπατάνε πάνω στα νερά. Τα μουσουλμανάκια βουλιάζουν.

Και πάλι, προκλητικά σκίτσα, όχι όμως ρατσιστικά. Κάποιοι ίσως ενοχλούνταν περισσότερο από αυτά (ιδίως από το σκίτσο αριστερά) παρά από το πιο πρόσφατο. Από την άλλη, αν η σάτιρα δεν δώσει γροθιά στο στομάχι, πώς θα αφυπνίσει;

Το γεγονός ότι τα σκίτσα του Ρις χρησιμοποιούν σαν όχημα νεκρά παιδιά, μού θύμισε ανάλογα σκίτσα του μέγιστου Ράιζερ, που έκαναν χιούμορ με δράματα που είχαν συνταράξει την κοινή γνώμη -όπως στο σκίτσο αυτό, όταν μια μητέρα σε ένα προάστιο, το Μοντρέιγ, πήδηξε από το μπαλκόνι της εργατικής πολυκατοικίας της μαζί με τα δυο παιδιά της.


— Αν το κάναμε αυτό μόνοι μας. θα μας έκανε μαύρους στο ξύλο, λέει το αγοράκι ενώ πέφτει.

Και δεν υπάρχει καν η δικαιολογία (που ο Ρις την έχει) ότι θέλει να σαρκάσει την υποκρισία κάποιων.

Θα μου πείτε -επειδή το έκανε ο μέγιστος Ράιζερ σημαίνει πως είναι καλώς καμωμένο; Όχι, αλλά δείχνει ότι υπάρχει μια παράδοση στο γαλλικό σκίτσο.

Θα ακούσω με πολύ ενδιαφέρον τις γνώμες σας, χωρίς να περιμένω να συμφωνήσετε μαζί μου: μπορεί να κάνω και λάθος. Διάβασα τις έντονα αρνητικές (αλλά νηφάλιες) τοποθετήσεις ορισμένων ανθρώπων που εκτιμώ (αν δεν ήταν νηφάλιες, δεν θα τους εκτιμούσα), διάβασα και ένα άρθρο από την θαυμάσια Έφη Γιαννοπούλου, που λέει περίπου αυτά που σας γράφω κι εγώ εδώ, αλλά τα λέει πολύ καλύτερα και σας συνιστώ να το διαβάσετε κι αυτό.