Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ Α' Μερος



ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΔΥΚΤΙΑΚΗς ΜΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΑΠ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΜΟΥ ΣΤΟ MY SPACE ΣΤΟ 2007.ΤΟ "ΓΙΟΡΤΑΖΩ" ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΜΟΥ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ..ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΔΕΙΞΕΤΕ ΜΙΑ ΕΠΙΕΙΚΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗ ΣΥΓΡΑΦΕΑ.. 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΝΑΡΑΚΗΣ ΛΑΡΙΣΑ ΜΑΗΣ '17

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ Α' Μερος

Ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να δει το μοίραρχο… 
Συνηθισμένη κατάσταση τελευταία που έτεινε όμως επικίνδυνα προς το αφόρητο. Και ποιος το θέλει το αφόρητο; Ο κακομοίρης υπομοίραρχος σίγουρα δε το θέλε. Αλλά έτσι είχαν τα πράματα. 
Ο μοίραρχος ήταν προς το παρόν ανώτερος του μέχρι τη μέρα ( όχι πολύ μακρινή ας ελπίσουμε..) που θα γινόταν αυτός ο μοίραρχος και θα ταλαιπωρούσε αυτός κάποιον άλλο κατώτερο. Αλλά… και πάλι κατώτερος θα ταν ! 
Πάντα θα υπήρχε κάποιος ανώτερος σωστά; Όπως και ο κατώτερός του κατώτερου και ο ανώτερος του ανώτερου … 
Ναι, έτσι είναι σίγουρα. Εις τους αιώνας των αιώνων, από καταβολής κόσμου και κοινωνίας κι ας το καταπιούν άπαντες . Εκτός κι αν είσαι κανα απ αυτά τα άθεα κομμούνια βέβαια που θέλουν, λέει, να γίνουν όλα ίσα κι όμοια με το ζόρι! Ακούς εκεί ! Μα φαντάζεσαι μεγαλύτερη διαστροφή της φύσεως ; 



Μ αυτού του επίπεδου της πολιτικοφιλοσοφικές αναζητήσεις όμως η ώρα σώθηκε στη ταβερνίτσα του χωριού κι ο υπομοίραρχος έπρεπε να σηκωθεί για το ραντεβού με το πεπρωμένο του , διότι πεπρωμένο φυγείν αδύνατον , οι αιωνίως ανώτεροι με τους αιωνίως κατώτερους και κουτουλουπού κουτουλουπού …μη τα ξαναλέμε. 
Ο υπομοίραρχος στράγγιξε και την τελευταία σταγόνα τσίπουρο και μάζεψε το καπέλο του. Το πηλήκιο δηλαδή. Που του ρχόταν και μεγάλο και που του πεφτε στα φρύδια κάθε τόσο και τον διαόλιζε. Χαιρέτισε ανόρεχτα τους πρόθυμους συνδαιτυμόνες. 
- Μάγκες , διάλειμμα τέλος έχω …

- Ραντεβού με το Θηρίο; Ο Δεκανάκος απ τη Τρίπολη του κλείσε το μάτι πονηρά - πονηρά και ο υπομοίραρχος τον κοίταξε λοξά-λοξά. Νέος ωραίος και Μωραΐτης υπάρχει χειρότερο; Αμ υπάρχει… 
Ο Πετρόμπεης. Ο πρόεδρος. Η κεφαλή του χωριού. Η αρχικεφάλα μάλλον. Έχωσε το μαύρο στραβωμένο νύχι του στο ξύλο του τραπεζιού σα να λιώνε ηδονικά το κορμί κανενός ληστοσυμμορίτη ανάμεσα στους φαγωμένους μεζέδες και πέταξε και κεινος το πείραγμα του:

- Κοίτα μη σου σπάσει τα αρχίδια πολύ ρε και το βράδυ δε μπορείς στη Τούλα !

Γενικά χάχανα. Η Τούλα ήτανε η «παστρικιά» του χωριού. Τ αποκούμπι για φαντάρους, χωροφυλάκους και χωριάτες. Μικρή δεν ήταν, ούτε καλλονή, αλλά φθηνή και σχετικά καθαρή κι ο υπομοίραρχος της ήταν τακτικός επισκέπτης.
Ε, αυτό δε τ αφήνεις αναπάντητο.

- Αμα συ κι ο ανιψιός σου από δω κάνατε τη δουλειά σας καλά προχτές δε θα καθόμουν να τον ακούω το μαλάκα! Ένα μήνα τώρα κυνηγάμε τις ουρές σα τα παλίοσκυλα με το δήθεν λαγωνικό σου!

Ένας κακομούτσουνος κι αχαμνός νεαρός δίπλα στο Πετρόμπεη χαμήλωσε τ αλλήθωρο βλέμμα του ντροπιασμένα. Ο θείος έγειρε και του χάιδεψε τ αυτί τρυφερά.

- Άσε το Tζαννή μου ήσυχο! Λίγα έχει κάνει; Χάρις σ αυτόν φάγαμε τους μισούς ήδη και θα φάμε και τους υπόλοιπους ! Που θα παν ; Και στου βοδιού το κέρατο να χωθούν θα τους γανώσουμε έναν-έναν ! Δήλωσε ο πρόεδρος και ρεύτηκε. Ο Βλαντής μου μυαλό πολύ δεν έχει αλλά έχει μύτη κι από σκυλί καλύτερη να τον μπιστεύεσαι.

- Τον Αστραπόγιαννο θέλω, ο υπομοίραρχος δάγκασε τα χείλη σα κάθε φορά που πρόφερνε το καταραμένο κείνο όνομα. Αυτόν θέλω ! Το κεφάλι του στο σακί ! Αύριο κιόλα!

- Θα γένει μωρέ μη σκιάζεσαι..Μεθαύριο αν όχι αύριο. Κι έκανε σήμα να το φέρουν κι άλλο τσίπουρο. Ο Δεκανάκος χασκογέλασε λες και δεν τον αφορούσε, όλο αυτό, λες κι αυτός δε θα τραβιότανε στα κατσάβραχα αύριο- μεθαύριο.

- Κάρδια από λύκο λένε δω οι ντόπιοι έχει και δε πιάνετε, έκανε.
Ο υπομοίραρχος περίμενε κι απ τον πέμπτο της παρέας να πει το κατιτίς του μα ο παπάς ,ως συνήθως μετά τα απανωτά τσίπουρα, κοιμόταν όρθιος.

- Και τους λύκους τους πιάνεις άμα θες και τους γδέρνεις καλά-καλά το τομάρι! Μούγκρισε και τράβηξε στο δρόμο του.

- Θα τα ακούσει για τα καλά πάλι, σχολίασε ο Δεκανάκος κάμποση ώρα μετά αφού είχαν στο μεταξύ ανανεώσει και τα τσίπουρα τους.

- Και τι να τον κάνουμε μεις ; Ο Πετρόμπεης αναμείγνυε προσεκτικά το μείγμα νερό-τσίπουρο όπως το χε συνήθειο κουνώντας το πέρα-δώθε το ποτήρι μπροστά στα μάτια σαν αλχημιστής στο εργαστήριο. Μπορεί αυτό το παλιοζαγάρι ο Αστραπόγιαννος να ναι στα αλήθεια της νεράιδας ο γιός και να μη τον πιάνει βόλι! Τι να τον κάνω;

- Αυξήσανε και την αμοιβή. Δυο λίρες πάει τώρα ...Άρχισε ο Δεκανάκος μα τοτε άκουσαν το ταραγμένο ψίθυρο του Tζαννή που χε μείνει με το κεφάλι σκυμμένο όλη αυτή την ώρα.

- Θείε σχώρνα με… τον άγγελο είδα και σκιάχτηκα προχτέ κι έκανα πίσω… τον άγγελο. Τον είδα..

- Ποιον άγγελο; Τι λέει το χαζό; Απόρησε ο Δεκανάκος.

- Κείνον απ την ομάδα τ Αστραπόγιαννου θα εννοεί, κεινο το ξανθό τον Τρελαντώνη, είπε ο Πετρόμπεης και βάλθηκε πάλι να του τρίβει τα αυτί να τον ημερώσει. Δεν είναι άγγελος Tζαννή μου ένας απ του αντίχριστους τους συμμορίτες είναι τους εχθρούς μας που θέλουν να μας κάψουν την πατρίδα μας. Δε τα παμε;

- Άγγελος του Θεού είναι ! Φώναξε το παιδί και γύρισαν να το κοιτάξουν στη ταβέρνα όλοι. Τον είδα! Ήρθε να με πάρει !

Ο παπάς βγήκε επιτέλους απ το λήθαργο.

- Αμήν παναγία μου ! έκανε και σταυροκοπήθηκε στραβά.

Στο μεταξύ ο υπομοίραρχος ανηφόριζε για το σταθμό Χωροφυλακής βλαστημώντας μέσα απ τα δόντια του θεούς και δαίμονες . Όταν έφτασε τελικά στην είσοδο, χαιρέτισε τυπικά το φρουρό, ανέβασε το πηλήκιο ψηλά όσο μπορούσε, έκανε την καρδιά του πέτρα και μπήκε.

Ο μοίραρχος τον περίμενε στο γραφείο. Τον άφησε όρθιο για κάμποσα λεπτά με τη πρόφαση κάτι έγγραφα που του ρθαν ξαφνικά να υπογράψει πριν τ απευθύνει το λόγο, ως συνήθως. Ο υπομοίραρχος ως συνήθως το κατάπιε κι επικεντρώθηκε στο πρόστυχο χαμόγελο της Φρειδερίκης πάνω απ το γραφείο περιμένοντας . Άλλοι βέβαια επικεντρώνονταν στο Παύλο..περί ορέξεως..

- Λοιπόν κύριε υπομοίραρχε! Ο μοίραρχος άφησε τα χαρτιά του και σηκώθηκε όρθιος καρφώνοντας τον με τα γκρίζα ανελέητα μάτια του. Δε τον φώναζαν τυχαία «το Θηρίο» .Ήταν ένας πελώριος Θρακιώτης με χέρια και πλάτες σα πίθηκας και μεγάλα κρεμαστά μουστάκια κι χε φτάσει να πιστεύει πως όλοι σ αυτό το κωλοχώρι του νομού Λαρίσης που τον έριξαν, μεταξύ βουνού και θάλασσας, είχαν συνωμοτήσει για να τον δουλεύουν ψιλό γαζί.

- Λοιπόν κύριε υπομοίραρχε θα θέλατε να μου εξηγούσατε λεπτομερώς τις λεπτομέρειες για το προχθεσινό μας φιάσκο;

- Κύριε μοίραρχε! Ο κλοιός ήταν επιτυχής …

- Απ τους επιτυχής κλοιούς δε ξεφεύγουν οι συμμορίται κύριε υπομοίραρχε!

- …αλλά την τελευταία στιγμή κυριολεκτικώς ο οδηγός μας …

- Α, κεινο το βλαμμένο τα ανίψι του δημάρχου..ο μοίραρχος ρούφηξε περιφρονητικά τη μύτη του.

- …ο οδηγός μας τελευταία στιγμή… εδίστασε! Οπότε..

Ο μοίραρχος βρόντηξε την τεράστια γροθιά του στο γραφείο φέρνοντας τα όλα – κόλλες αναφοράς, μολύβια, τηλέφωνα, τασάκια- ανάκουρδα.

- Εδίστασε;; Τι πα να πει «εδίστασε» κύριε υπομοίραρχε; Χάσαμε δύο άνδρας συν έναν που χαροπαλεύει στη Λάρισα αυτή τη στιγμή που ομιλούμε ! Αν «εδίστασε» οφείλατε να τον είχατε ήδη κρεμασμένον εις το πλησιέστερον δέντρον !

- Κύριε μοίραρχε! Ο αποκαλούμενος Tζαννής παρά την διακριτήν του πνευματικήν αναπηρίαν τυγχάνει ο αγαπημένος ανεψιός του προέδρου ο οποίος με την συνδρομήν των οπλισμένων ομάδων εντόπιων αγροτών έχει αποδειχτεί πλειστάκις χρήσιμος εις τους σκοπούς μας κι επιπλέον ο ίδιος συνέβαλε στην προ μηνός σημαντική επιτυχίας μας όταν εξολοθρεύσαμε την συμμορία των αναρχικών κατά ήμισυ!

- Κατά το ήμισυ ακριβώς! Βρυχήθηκε ο μοίραρχος καθώς έπεφτε στη καρέκλα του με πάταγο.

- Λοιπόν κύριε υπομοίραρχε αρκετά ! Κοντεύει να συμπληρωθεί εν έτος της λήξεως των εχθροπραξιών εις Γράμμον-Βίτσιν κι εμείς εδώ έχουμε κολλήσει να τρέχωμεν πίσω από από μια χούφτα αλήτας! Νωρίς αύριο το πρωί θα χτενίσετε εξονυχιστικώς την εναπομείνασα περιοχήν με όλας τας διαθέσιμους δυνάμεις χωρίς την συνδρομήν κανενός ειδός «οδηγών» και μέχρις της εσπερίας θα χω την κεφαλήν του απεκαλούμενου Αστραπόγιαννου επί πίνακι στο γραφείον μου, ειδάλλως θα χω την δικήν σου ! Και κατόπιν ,αν τοιαύτον δεν ευοδωθεί ως προανέφερα θα ζητήσω προσωπικώς και με δικάς μου ευθύνης την συνδρομήν της αεροπορίας από Λάρισαν και Θεσσαλονίκην και θα μετατρέψω ολόκληρον την περιοχήν από δω ως και τα Μεσσάγκαλα εις κρανίον τόπον με χρήσιν εμπρηστικών βομβών ! Θα πέσουν ναπάλμ κύριε υπομοίραρχε! Επί δικαίων και αδίκων !

Ο υπομοίραρχος σφίχτηκε συγκρατώντας με κόπο μια σχεδόν ακατανίκητη επιθυμία να βουτήξει τον ανώτερό του απ το λαιμό… Ήξερε πως το κάθαρμα το εννοούσε και θα το κανε χωρίς δισταγμό… Θα κατέκαιγε το σύμπαν για μισή ντουζίνα αντάρτες και κάνα μετάλλιο.

- Αυτά. Ελεύθερος κύριε υπομοίραρχε.

Ο υπομοίραρχος βγήκε απ το σταθμό Χωροφυλακής σα να βγαινε από τάφο. Στο μυαλό του είχε τον Αστραπόγιαννο απ την μια και τον μοίραρχο απ την άλλη δεμένους σφιχτά με συρματόπλεγμα σε δυο αντικριστές καρέκλες και τους ξερίζωνε τα μάτια αργά με το κουταλάκι του γλυκού… Ασυναίσθητα τράβηξε για της Τούλας με το πηλήκιο χωμένο στην αμασχάλη. Στα μισά του δρόμου του μισοεγκαταλελημμένου χωριού τρακαρίστηκε με έναν χορτάτο και κεφάτο Δεκανάκο. Επίσης «ξεσκούφωτο» και με τη χλαίνη του λυτή.

- Ντάξει πάει τέλειωσε το μαρτύριο ; Έκανε πιάνοντας του φιλικά τον ώμο. Ο άλλος όμως του τίναξε το χέρι αγριεμένα.

- Να ξεσπάσω πάνω σου θες ρε ζαγάρι και συ;

- Ελα μωρέ και συ μην τον ξεσυνερίζεσαι τον αρκουδιάρη ! Ποιος ξέρει τι ακούει κι αυτός από Αθήνα…

- Στα παπάρια μου ! έφτυσε ο υπομοίραρχος. Τρεις μήνες το καθίκι και δεν έχει ξεμυτίσει μισό πόδι απ το γραφείο..εμείς οι μαλάκιδες τρέχουμε μόνο ! Αι σιχτίρ πια! Μα που θα πάει δε θα ξεκαθαρίσει το πράμα ; Θα φάει το φύσημα του αιώνα από μένα! Πίσω στη Κομοτηνή γαμιώντας θα τον πάω!

Ο Δεκανάκος τον άφησε να ξεσπάσει πριν του πει χαμογελώντας πάντα:

- Πάμε για τρέξιμο πάλι αύριο ε;

- Πάμε ναι… ξεφύσησε ο υπομοίραρχος.

Τα μαύρα ,εφηβικά σχεδόν, μάτια του Δεκανάκου καρφώθηκαν για μια στιγμή στον μεσημεριανό ήλιο.

- Φίλε υπομοίραρχε η Τούλα παίρνει δυο ταυτόχρονα λές; 

Για πρώτη φορά εδώ και καιρό η συνήθως σκυθρωπή έκφραση του υπομοιράρχου έσπασε σ ένα ακατάσχετο ξέσπασμα θεραπευτικού γέλιου. Τον αγκάλιασε πολύ σφιχτά.

- Με τα λεφτά που θα της δώσουμε δε νομίζω να πει όχι !

Φώναξε γελώντας σα παιδί ασταμάτητα

ΤΕΛΟΣ Α' ΜΕΡΟΣ