Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Στη χώρα των λωτοφάγων



  • Η ελληνική κυβέρνηση πολύ σωστά και έγκαιρα προέβλεψε την θετική κατάληξη την διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα και έτσι ήταν από τις πρώτες που έφτασαν στην Ιρανική πρωτεύουσα για διερευνητικές συζητήσεις. Το πρόβλημα των ελλήνων δημοσιογράφων δεν είναι λοιπόν, ότι δεν κατάφεραν να κάνουν αυτή την εκτίμηση, αλλά ότι για χάριν μίας αυτοαναφορικής αντιπολίτευσης και μίας καμπάνιας φτηνής πολιτικής διακωμώδησης από τις οποίες ξεχειλίζει η αλαζονεία, και ένα, από πλευράς ψυχανάλυσης, ενδιαφέρον κράμα ελιτισμού και ραγιαδισμού, προσπαθούν να δημιουργήσουν στρεβλές εντυπώσεις σε σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Το ευτύχημα είναι, ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, έχει σταματήσει προ πολλού να τους παίρνει στα σοβαρά.




Martin Eden στο TVXS


Η μεγαλύτερη πρόκληση των διαφόρων συστημικών μέσων ενημέρωσης από την μέρα που ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, ήταν να προσαρμοστούν άμεσα στις νέες συνθήκες… μάχιμης αντιπολίτευσης στην νέα κυβέρνηση. Αρκετά δύσκολη πρόκληση, ειδικά για έναν χώρο που τα τελευταία πέντε χρόνια, συνήθιζε να τηρεί υποστηρικτή στάση σε κάθε κυβερνητική πολιτική, όσο επικίνδυνη ή κοινωνικά επιζήμια και αν ήταν αυτή. Όπως ήταν αναμενόμενο, διάφοροι «έγκριτοι» δημοσιογράφοι και εφημερίδες «κύρους», υπέπεσαν σε γκάφες ολκής, στην προσπάθεια τους να προσάψουν δήθεν σκάνδαλα ή να κατηγορήσουν για τάχα επικίνδυνες πολιτικές, πρόσωπα της κυβέρνησης.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα της τελευταίας περίπτωσης είναι η υπόθεση «Ιράν». Σε κεντρικό άρθρο που δημοσιεύθηκε σε φύλλο της προηγούμενης εβδομάδας, η εφημερίδα «Καθημερινή» χαρακτηρίζει το Ιράν ως ένα «νέο Ελντοράντο» για τη διεθνή επιχειρηματικότητα. Αναφέρει μάλιστα, ότι τεράστιες επιχειρηματικές αποστολές από όλο τον κόσμο, καταφθάνουν στην Τεχεράνη το τελευταίο διάστημα, προσπαθώντας να αξιοποιήσουν τις οικονομικές προοπτικές που δημιουργούνται με την επικείμενη άρση των διεθνών εμπορικών κυρώσεων. Στην συνέχεια, κατακρίνουν την ελληνική κυβέρνηση ότι έχει καθυστερήσει να ασκήσει ενεργή οικονομική διπλωματία με την Τεχεράνη ενώ δεν έχει αναπτύξει ούτε διμερείς σχέσεις με το Ιράν, πράγμα που δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια στους έλληνες επιχειρηματίες που θέλουν να μπουν και αυτοί στο κάδρο της αξιοποίησης της ιρανικής αγοράς.

Πράγματι, μετά την συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα που έκλεισε το Ιράν με την Δύση τον περασμένο Ιούλιο, ανοίγονται μεγάλες προοπτικές συνεργασίας ανάμεσα στις δύο πλευρές που καλύπτουν όλους τους τομείς της οικονομίας. Το Ιράν, έχοντας υποστεί εμπορικό εμπάργκο για πολλές δεκαετίες, διατηρεί μία τεράστια εσωτερική αγορά 80 εκατομμυρίων καταναλωτών η οποία μέχρι σήμερα παρέμενε ανεκμετάλλευτη.

Σε αυτή την περίπτωση, όμως, το πρόβλημα των ελληνικών μέσων φαίνεται να είναι η αδύναμη μνήμη τους. Διότι, πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ξεχάσουν την επίθεση που οι ίδιοι είχαν εξαπολύσει στην κυβέρνηση και ειδικά στο Υπουργείο Εξωτερικών, όταν από τον περασμένο Μάρτιο, κιόλας, ελληνική αποστολή, με επικεφαλής τον Γραμματέα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, κ. Γιώργο Τσίπρα, είχε επισκεφθεί την Τεχεράνη με σκοπό να συζητήσει προοπτικές οικονομικής συνεργασίας; Τότε όμως, η οποιαδήποτε επικοινωνία με το Ιράν αποτελούσε απονενοημένη και επικίνδυνη διπλωματική κίνηση που «θα έθετε σε κίνδυνο τις παραδοσιακές διεθνείς σχέσεις της χώρας», όπως χαρακτηριστικά έγραφε σε στήλη του στα «Νέα» ο «δεν σηκώνω διαψεύσεις» κ. Παπαχρήστος. Βέβαια, η αποστολή αυτή είχε δημιουργήσει ανατριχίλα ακόμα και στον υπεύθυνο εξωτερικής πολιτικής και βουλευτή της Ν.Δ., κ. Κουμουτσάκο, ο οποίος με σχετική του ερώτηση, αναρωτιόταν «ποιος είναι ο σκοπός της ελληνικής αποστολής στην Τεχεράνη;» ενώ ανησυχούσε για «το αρνητικό αντίκτυπο στις σχέσεις μας με σειρά άλλων κρατών-εταίρων». Και αν το έλλειμμα στην διεθνή πολιτική ανάλυση, εν μέρει δικαιολογείται σε διάφορους δημοσιογράφους και λοιπούς δημοσιολόγους, δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο με τον κ. Κουμουτσάκο, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη ότι πρόκειται και για πρώην διπλωμάτη.

Αντίστοιχη αντιμετώπιση από τον ελληνικό Τύπο υπήρξε και στα τέλη του περασμένου Μαΐου, με αφορμή την επίσκεψη Ιρανού Υπουργού Εξωτερικών, κ. Ζαρίφ την Αθήνα. Διάφοροι δημοσιογράφοι σχολίαζαν με περισσή αλαζονεία ότι πλέον η αποκλεισμένη από την Δύση Ελλάδα μπορεί συνδιαλέγεται μόνο με τριτοκοσμικές και εξίσου απομονωμένες με αυτήν χώρες όπως το Ιράν. Εκείνη την περίοδο, το σύνολο των παραπάνω μέσων, που λίγες μέρες αργότερα έγιναν άτυποι Εκπροσώποι Τύπου των «Μένουμε Ευρώπη», του πιο γραφικού «κινήματος» στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, θεωρούσε ότι η επιδίωξη ανάπτυξης διμερών σχέσεων με το Ιράν (η μεγαλύτερη ενεργειακή δύναμη στον κόσμο), όχι μόνο δεν θα μας έδινε μία προστιθέμενη αξία στις σχέσεις μας με την Δύση, αλλά θα μας οδηγούσε σε διεθνή αποκλεισμό. Δεν έχουν περάσει παρά λίγοι μήνες και όπως ήταν αναμενόμενο, οι ίδιοι κύκλοι κάνουν ότι δεν αντιλαμβάνονται την πανηγυρική τους διάψευση.

Από που πηγάζει όμως η τόση αλαζονεία των ελληνικών μέσων; Προφανώς και δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε για την μηδενική τους πολιτική αντίληψη ή για κοντόφθαλμες εκτιμήσεις διεθνών σχέσεων, ακόμα και αν αυτές είναι τραγικές αδυναμίες για κάποιον που έχει δημόσιο βήμα. Η ελληνική κυβέρνηση πολύ σωστά και έγκαιρα προέβλεψε την θετική κατάληξη την διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα και έτσι ήταν από τις πρώτες που έφτασαν στην Ιρανική πρωτεύουσα για διερευνητικές συζητήσεις. Το πρόβλημα των ελλήνων δημοσιογράφων δεν είναι λοιπόν, ότι δεν κατάφεραν να κάνουν αυτή την εκτίμηση, αλλά ότι για χάριν μίας αυτοαναφορικής αντιπολίτευσης και μίας καμπάνιας φτηνής πολιτικής διακωμώδησης από τις οποίες ξεχειλίζει η αλαζονεία, και ένα, από πλευράς ψυχανάλυσης, ενδιαφέρον κράμα ελιτισμού και ραγιαδισμού, προσπαθούν να δημιουργήσουν στρεβλές εντυπώσεις σε σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Το ευτύχημα είναι, ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, έχει σταματήσει προ πολλού να τους παίρνει στα σοβαρά.