Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Ποιοι πολεμούν τον Νίκο Φίλη; - του Δημήτρη Ψαρρά



Αλλά για ποιο λόγο δεν αρκεί σε όλους αυτούς τους εθναμύντορες ο όρος «εθνοκάθαρση» και επιμένουν στον όρο «γενοκτονία» για την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου; Ο προφανής λόγος είναι ότι με τον τρόπο αυτόν πιστεύουν ότι υπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας μας έναντι της Τουρκίας.


Δημήτρης Ψαρράς στην Εφημερίδα των Συντακτών


Σε μια επίδειξη πολιτικής ευθύτητας, σπάνια για σύγχρονο πολιτικό, ο Νίκος Φίλης επανέλαβε για ακόμα μία φορά τη θέση του -που είναι και θέση μεγάλου μέρους της κοινότητας των επιστημόνων ιστορικών-, ότι ο διωγμός των ελληνικών πληθυσμών από τον Πόντο έχει τα χαρακτηριστικά της εθνοκάθαρσης και όχι της γενοκτονίας.

Η πολιτική συνέπεια, όμως, πληρώνεται. Ακολούθησε σφοδρή προσωπική επίθεση εναντίον του υπουργού Παιδείας από τα μέσα ενημέρωσης, τη Νέα Δημοκρατία, τους ΑΝ.ΕΛΛ. αλλά και το ΠΑΣΟΚ. Μέχρι και η αποπομπή του από την κυβέρνηση ζητήθηκε. Και βέβαια η Χρυσή Αυγή, διά του Κασιδιάρη, ανακοίνωσε ότι θα του υποβάλει μήνυση, κάνοντας αναφορά στον αντιρατσιστικό νόμο!

Επανέρχεται μ’ αυτόν τον τρόπο το ζήτημα που προέκυψε κατά τη συζήτηση του κατ’ ευφημισμόν ονομαζόμενου «αντιρατσιστικού νόμου» (4285/2014), ο οποίος υποτίθεται ότι ήρθε να αντιμετωπίσει φαινόμενα όπως αυτό της ανοιχτής ναζιστικής προπαγάνδας, και στην πραγματικότητα άφησε ανοιχτές τις κερκόπορτες της δημοκρατίας για να επιβληθεί κάποια «εθνική πολιτική ορθότητα» και να παταχθούν όσοι διατυπώνουν διαφορετικές επιστημονικές απόψεις για την ελληνική Ιστορία.

Ο ισχύων νόμος κατατέθηκε το 2010, στη συνέχεια επανήλθε το 2011 και στην τελική του μορφή τον Νοέμβριο του 2013 μέχρι να ψηφιστεί τον Σεπτέμβριο του 2014, ενώ είχαν ήδη αλλάξει τρεις αρμόδιοι υπουργοί.

Πολλοί επιστήμονες ιστορικοί αλλά και πολιτικά κόμματα (ανάμεσά τους και ο ΣΥΡΙΖΑ) είχαν εγκαίρως διατυπώσει τις αντιρρήσεις τους ειδικά για το άρθρο 2 του νόμου, το οποίο προβλέπει την ποινικοποίηση «συμπεριφορών που εκδηλώνονται είτε με την επιδοκιμασία είτε με την κακόβουλη άρνηση και τον ευτελισμό της σημασίας του Ολοκαυτώματος αλλά και των Γενοκτονιών που έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων», παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου ότι σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκεται έτσι η απαγόρευση ή ιδεολογική χειραγώγηση της επιστημονικής έρευνας.

Το πού οδηγούσε το άρθρο αυτό πλέον το γνωρίζουμε, εφόσον ο μόνος που έχει διωχτεί μέχρι στιγμής είναι ο Γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ (βλ. Ιός, «“Αντιρατσιστική” εθνική λογοκρισία», «Εφ.Συν.», 19.4.2015).

Βέβαια και ο αντιρατσιστικός νόμος που προϋπήρχε (927/1979) ελάχιστες φορές εφαρμόστηκε, ενώ αποτέλεσε και αφορμή να «δικαιωθεί» ο Κώστας Πλεύρης για τον φιλοχιτλερικό, αντισημιτικό του λίβελο «Οι Εβραίοι, όλη η αλήθεια» και να στείλει στο εδώλιο τους εκπροσώπους του ελληνικού εβραϊσμού ως συκοφάντες.

Αλλά για ποιο λόγο δεν αρκεί σε όλους αυτούς τους εθναμύντορες ο όρος «εθνοκάθαρση» και επιμένουν στον όρο «γενοκτονία» για την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου; Ο προφανής λόγος είναι ότι με τον τρόπο αυτόν πιστεύουν ότι υπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας μας έναντι της Τουρκίας. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που είναι έτοιμοι να εξισώσουν Πόντιους και Αρμένιους, παρά το γεγονός ότι δεν φημίζονται για τον διεθνισμό τους.

Θυμίζω ότι στο φτωχό βιογραφικό που υπέβαλε ο γνωστός Γαρουφαήλ (Φαήλος) Κρανιδιώτης ως υποψήφιος ευρωβουλευτής της Πολιτικής Ανοιξης το 1999 περιλαμβανόταν ότι υπήρξε «συντάκτης της Πρότασης Νόμου της Πολιτικής Ανοιξης με την οποία αναγνωρίστηκε από τη Βουλή η Γενοκτονία των Αρμενίων».

Δυστυχώς υπάρχει και κάτι χειρότερο. Οπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει από τα πρακτικά της Βουλής, πίσω από αυτή την εμμονή κρύβεται η δυσκολία των πολιτικών κομμάτων πέραν της Αριστεράς να αποδεχτούν τη μοναδικότητα της γενοκτονίας των Εβραίων, του Ολοκαυτώματος ή, καλύτερα, της Σοά.

Σ’ αυτές τις συζητήσεις φαίνεται καθαρά η πρόθεση πολλών βουλευτών να θέσουν ως όρο για την ποινικοποίηση της κακόβουλης άρνησης του Ολοκαυτώματος την αντίστοιχη ποινικοποίηση και των «δικών μας ολοκαυτωμάτων». Αυτό το μακάβριο παζάρι παίρνει τη μορφή της καρικατούρας στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής.

Πίσω από αυτές τις θέσεις κρύβεται η ελληνική παραλλαγή του γνωστού ρεύματος των αναθεωρητών της Ιστορίας, της σχετικοποίησης των εγκλημάτων πολέμου και της αμφισβήτησης των θυμάτων της Σοά. Αλλά, όπως αναφέρει ο Εντσο Τραβέρσο, «το Αουσβιτς είναι εκείνο που καθιέρωσε τη λέξη γενοκτονία στο λεξιλόγιό μας».

Ηταν η Σοά εκείνη που έκανε τον Πωλονοεβραίο δικηγόρο Ράφαελ Λέμκιν να συνθέσει τον όρο το 1943, ενώνοντας το ελληνικό «γένος» με το λατινικό «cida» για να προκύψει το αγγλικό «genocide». Και μπορεί η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ να αναφέρει στο προοίμιό της ότι «γενοκτονίες υπήρξαν σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας», αλλά η έμπνευση για την ανάγκη μιας παρόμοιας Σύμβασης προέκυψε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο της Νυρεμβέργης.